Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος - Περί Θεολογίας


ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ - ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Εν Πειραιεί
11-10-2012
Πρωτοπρεσβ. Άγγελος  Αγγελακόπουλος
εφημέριος Ι.Ν. Παναγίας
Μυρτιδιωτίσσης  Πειραιώς
Στις 12 Οκτωβρίου η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει τήν μνήμη του οσίου καί θεοφόρου πατρός ημών Συμεώνος του νέου Θεολόγου.
Ο όσιος Συμεών ήκμασε στά τέλη του 10ου καί στίς αρχές του 11ου αιω. στήν Κων/λη. Γεννήθηκε τό 957 καί κοιμήθηκε τό 1035. Ήταν ηγούμενος της  Ιεράς Μονής του Στουδίου.
Γιατί, όμως, ονομάσθηκε «νέος θεολόγος»; Ονομάσθηκε από τούς μαθητές του «νέος» γιά νά ξεχωρίζει από τούς παλαιούς θεολόγους˙ τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο.
Όπως είναι γνωστό η Ορθόδοξος Εκκλησία έδωσε τόν τίτλο «θεολόγος» καί αναγνωρίζει μόνο τρεις αγίους ως «θεολόγους»˙ τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο, τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν σημερινό εορτάζοντα όσιο Συμεώνα τόν νέο Θεολόγο. Μόνο αυτοί οι τρεις είναι οι πιό γνήσιοι καί πιό αυθεντικοί θεολόγοι, μετά, βεβαίως, από τόν ίδιο τόν Θεό Λόγο, τόν Χριστό. Γιατί, θεολόγος αποκαλείται αυτός πού έχει δει τόν Θεό Λόγο, πού έχει εμπειρία του Θεού Λόγου. Θεολόγος εν πρώτοις είναι ο θεόπτης, ο αυτόπτης καί αυτήκοος του Θεού Λόγου. Θεολογία είναι η θεοπτία. Με την έννοια αυτή οι πρώτοι θεολόγοι είναι οι άγιοι Απόστολοι, που είδαν, έζησαν και βίωσαν με τον Χριστό. Θεολόγος, κατά δεύτερον, είναι ο «επόμενος τοις αγίοις πατράσι», είναι αυτός που ακολουθεί πιστά και με πνεύμα ταπεινώσεως τους γνησίους και αυθεντικούς θεολόγους και θεόπτες, τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρες. Θεολόγος, επίσης, είναι καί όποιος προσεύχεται. «Ει προσεύχη, θεολόγος ει», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Το Ορθοδόξως θεολογείν είναι το αλιευτικώς θεολογείν και όχι το αριστοτελικώς και φιλοσοφικώς θεολογείν, όπως συμβαίνει κατ’αρχήν στην αιρετική και εκπεσούσα Δύση, ιδίως στις αιρετικές παρασυναγωγές του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, και κατά δεύτερον στην καθ’ημάς Ανατολή, ιδίως στους κόλπους της παναιρέσεως του συγκρητιστικού Οικουμενισμού. Θεολόγος δέν καθίσταται όποιος περνά μέ εξετάσεις στις Θεολογικές και Εκκλησιαστικές Σχολές και Ακαδημίες, φοιτά σ’αυτές καί παίρνει τό πτυχίο θεολογίας, το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό και ακόμη γίνεται πανεπιστημιακός, ακαδημαϊκός καθηγητής θεολογίας. Γιατί, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές ιστορικά και αποδεικνύεται και μέχρι σήμερα, πολλοί απ’αυτούς τούς πτυχιούχους καί ακαδημαϊκούς θεολόγους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, κηρύττουν και πράττουν αντίθετα πράγματα πρός τήν Ορθόδοξη θεολογία και πίστη, το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή, τους Ιερούς Κανόνες, τους Αγίους Πατέρες και την εν γένει Ορθόδοξη Παράδοση καί καταντούν αθεολόγητοι θεολόγοι ή καλύτερα θολολόγοι, σύμφωνα με τον Γέροντα Παΐσιο, καταντούν αντίχριστοι, άθεοι, αιρετικοί, οικουμενιστές, επειδή τούς λείπει ακριβώς αυτή η εμπειρική σχέση μέ τόν ίδιο τόν Θεό Λόγο. Επομένως, η θεολογία είναι πρωτίστως εν Χριστώ βίωμα καί εμπειρία καί όχι ξερές ακαδημαϊκές, γνωσιολογικές καί νοησιαρχικές σπουδές και γνώσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η σωστή, ορθόδοξη θεολογία καλλιεργήθηκε καί καλλιεργείται στά μοναστήρια (όσα απ’αυτά παραμένουν ορθόδοξα και δεν έχουν κλίνει γόνυ στον οικουμενισμό) καί ότι από’κει έβγαιναν καί βγαίνουν οι πραγματικοί θεολόγοι καί όχι από τίς σχολές.
Ένας μεγάλος θεολόγος της περιόδου της Τουρκοκρατίας, ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Νικόδημος ο Αγιορείτης ο Νάξιος, στο βιβλίο του «Νέα Κλίμαξ»[1] , ομιλώντας περί θεολογίας, καταθέτει τα εξής αξιοπρόσεκτα:
«Γνωρίζω ότι το χάρισμα της ιεράς θεολογίας είναι το υψηλότερο και πλατύτερο απ’ όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Γι’αυτό και τα σκεπάζει όλα, όπως η όρνις (η κότα) σκεπάζει τα νοσσία της (τα κοτοπουλάκια της), όπως έλεγε, παρομοιάζοντας το χάρισμα, ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης. Γι’αυτό και περισσότερο από τα άλλα χαρίσματα ελκύει και κεντά την καρδιά, την αγάπη και τον έρωτά της. Γιατί, όπως το υποκείμενο της θεολογίας είναι το πάντων ανώτατο και ερωτικώτατο, επειδή είναι αυτό το υπέρτατο όν και άκρον εφετόν, δηλ. ο άγιος Τριαδικός Θεός, έτσι και η περί αυτού θεολογία είναι η πάντων υπερτάτη και ερασμιωτάτη. Γι’ αυτό έτσι ορίζει την θεολογία ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος στον τρίτο λόγο του περί Τριάδος: «Θεολογία είναι τέχνη τεχνών και επιστήμη κατ’εξοχήν των επιστημών, της οποίας αρχή και υποκείμενο και τέλος είναι αυτός ο Θεός»[2] . Και εξηγεί στον πέμπτο λόγο του περί Τριάδος την αιτία : «Γιατί η θεολογία υπέρκειται κατ’ασύγκριτο λόγο της φιλοσοφίας και δεν υπόκειται σ’αυτή»[3] .
Στη συνέχεια ο Όσιος Νικόδημος μάς δίνει τις προϋποθέσεις του θεολογείν, μάς συμβουλεύει και μάς παρακινεί όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς: «Εάν, λοιπόν, κι εσύ, αγαπητέ, ποθείς να αποκτήσεις το χάρισμα αυτό, πρέπει να γνωρίζεις και να φυλάττεις τα ακόλουθα οκτώ πράγματα:
Α) Πρέπει να φυλάττεις τις εντολές του Θεού και διά της πράξεως να ανεβαίνεις στη θεωρία, καθώς μάς συμβουλεύει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο λόγο του περί θεολογίας[4].
Β) Πρέπει να υποτάσσεις το σώμα και τα πάθη του σώματος και να καθαίρεις τις αισθήσεις του σώματος και της ψυχής. Προτού να καθάρεις τον εαυτό σου, δεν είναι ασφαλές για’ σένα ούτε οικονομία ψυχών να λάβεις ούτε να θεολογείς, όπως παραινεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο λόγο του περί θεολογίας: «Διά τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον».  Εάν δεν έφθασες στην τελεία κάθαρση, αλλά ακόμη καθαίρεσαι, δεν ταιριάζει να θεολογείς: «Ου γαρ του παντός θεολογείν, αλλά των κεκαθαρμένων, ήγουν των καθαιρουμένων, το μετριώτατον». Λέει και ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος, ότι το τέλος της καθάρσεως είναι υπόθεση θεολογίας, αύξηση φόβου, αρχή αγάπης.
Γ) Πρέπει να γνωρίζεις ότι η θεολογία είναι διττή:
α) προηγουμένη και β) επομένη.                           
α) Προηγουμένη θεολογία είναι αυτή, που διαλέγεται περί της υπάρξεως του Θεού.
β) Επομένη θεολογία είναι αυτή, που συνάγει, που συμπεραίνει, από τη δημιουργία και την πρόνοια των κτισμάτων, ότι υπάρχει Θεός, που δημιούργησε τα πάντα και προνοεί γι’ αυτά. Αλλά και ο Θεοφόρος Μάξιμος ο Ομολογητής [5]  στη β΄ εκατοντάδα των θεολογικών κεφαλαίων διττή λέει ότι είναι η θεολογία : α) καταφατική και β) αποφατική. α) Καταφατική θεολογία ή κατάφαση είναι «η των όντων θέσις», δηλ. η απόδοση θετικών ιδιοτήτων στο Θεό, λόγω της αιτιώδους σχέσεώς Του με τον κόσμο. Η καταφατική θεολογία αναφέρεται στην προσιτή, καταληπτή και γνωστή όψη του Θεού. Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι αγαθός, σοφός, παντοδύναμος, δίκαιος κ.λπ. β) Αποφατική θεολογία είναι απόδοση αποφατικών, αρνητικών ιδιοτήτων στο Θεό, με τα οποία διαφοροποιείται πλήρως από την κτιστή πραγματικότητα και μέσω των οποίων υπογραμμίζεται η υπεροχή του Θεού έναντι των κτιστών όντων. Η αποφατική θεολογία αναφέρεται στην απρόσιτη, ακατάληπτη και άγνωστη όψη του Θεού. Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι άκτιστος, άναρχος, αόρατος, άχρονος, αΐδιος, ακατάληπτος, απρόσιτος, ανερμήνευτος, υπέρχρονος, υπερέκεινα κ.λπ. Η αποφατική θεολογία είναι υψηλότερη της καταφατικής. Ο Θεός, όμως, τελικώς, είναι υπεράνω, υπέρκειται τόσο της καταφατικής όσο και της αποφατικής θεολογίας.
Και ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο «Περί θείων ονομάτων» [6]  έργο του σε δύο διαιρεί την θεολογία: α) σε ενωμένη και β) σε διακεκριμένη. α) Ενωμένη θεολογία ονομάζεται τα φυσικά ιδιώματα της θείας ουσίας, που είναι κοινά σ’αυτή. Δηλ. το υπεράγαθο, το υπέρθεο, το υπερούσιο, το υπέρζωο, το υπέρσοφο, η αγνωσία, το παννόητον, η πάντων θέση, η πάντων αφαίρεση, το υπέρ κάθε θέση και αφαίρεση. Και όλα τα αιτιολογικά, δηλ. το αγαθό, το καλό, το όν, το ζωογόνο, το σοφό. Και όλα όσα προέρχονται από τις αγαθοπρεπείς δωρεές της Θεότητος, δηλ. η πάντων αγαθών αιτία. β) Διακεκριμένη θεολογία είναι τα υπερούσια ονόματα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να υπάρχει σ’αυτά καμμία αντιστροφή ή να εισάγεται κάποια κοινότητα. Διακεκριμένα είναι επίσης και τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Δηλ. το αγέννητο για τον Πατέρα, το γεννητό για τον Υιό και το εκπορευτό για το Άγιον Πνεύμα. Διακεκριμένη, επίσης, είναι η παντελής και αναλλοίωτη ύπαρξη του Ιησού.
Δ) Πρέπει να διαβάζεις και να μελετάς την Παλαιά Γραφή και μάλιστα τη Νέα, γιατί η Αγία Γραφή θεολογία ονομάζεται σε πολλά μέρη από τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ο ίδιος ο άγιος ονομάζει τους θείους Αποστόλους κυρίως θεολόγους. Μελέτησε επίσης την δογματική θεολογία, ιδίως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, την επιτομή των δογμάτων της πίστεως του κυρού Αθανασίου, την δογματική πανοπλία και τους θεολογικούς λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του Μ. Βασιλείου, του οσίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του οσίου Ιωσήφ του Βρυεννίου κ.ά.
Ε)  Πρέπει να γνωρίζεις αυτό, που παραγγέλλει ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος στον πρώτο λόγο του περί Τριάδος [7]: «Πρέπει αυτός που θεολογεί πριν από κάθε άλλο πράγμα να γνωρίζει επιστημονικώς τους όρους των θείων ονομάτων και επισταμμένως την σημασία τους. Δηλ. τί σημαίνει Μονάδα στον Θεό και τί Τριάδα. Τί Πατήρ, τί Υιός, τί Πνεύμα. Τί Θεότητα, ουσία, φύση, μορφή και είδος, τα οποία όλα ένα και το αυτό δηλώνουν. Τί ιδίωμα, υπόσταση, πρόσωπο, χαρακτήρας και άτομο, τα οποία όλα ένα και το αυτό δηλώνουν. Τί ενούσιο, τί ομοούσιο, τί ενυπόστατο κ.τ.λ.».
ΣΤ) Πρέπει να γνωρίζεις τον Κανόνα, που παραδίδει ο ίδιος ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος σ’αυτούς, που μελετούν τα θεολογικά βιβλία, λέγοντας στον έκτο λόγο του περί Τριάδος: [8] «Αυτοί, που ακούνε τις θεολογικές φωνές, αυτό προ πάντων θα πρέπει να λογίζονται, ότι στην θεία Τριάδα υπάρχει μία ουσία και τρείς υποστάσεις. Αυτός είναι ο ακριβής κανόνας για όσους ακούνε συνετώς τα θεολογικά (πράγματα). Ποτέ δεν πρέπει αυτά, που λέγονται εξαιρέτως για την θεία ουσία, να τα προσάπτουμε στις τρεις υποστάσεις, ούτε αυτά, που λέγονται για τις τρεις υποστάσεις, να νομίζουμε ιδίως ότι είναι κοινά και στη θεία φύση». Εδώ βεβαίως γίνεται λόγος περί της διακρίσεως, που διακατέχει την Ορθόδοξη Θεολογία, μεταξύ ουσίας και υποστάσεως, φύσεως και προσώπου.
Ζ) Εάν αγαπάς να θεολογείς, άκουσε τί σε διδάσκει ο θεοφόρος και θεολόγος όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέγοντας στο κζ΄ κεφ. της β΄ εκατοντάδος των περί αγάπης κεφαλαίων [9]: «Όταν πρόκειται να θεολογήσεις, μην αναζητήσεις τους λόγους περί της ακαταλήπτου ουσίας και φύσεως του Θεού. Αυτούς δεν πρόκειται να τους βρει ποτέ ανθρώπινος νους. Αλλά αναζήτησε τους λόγους περί των ενεργειών του Θεού, δηλ. τους λόγους περί αϊδιότητος, απειρίας, αοριστίας, αγαθότητος, σοφίας, δημιουργικής και προνοητικής δυνάμεως». Εδώ βεβαίως γίνεται λόγος περί της διακρίσεως, που διέπει την Ορθόδοξη Θεολογία, μεταξύ ακτίστου, αμεθέκτου θείας ουσίας και ακτίστων, μεθεκτών θείων ενεργειών.
Η) και τελευταίο, φύλαττε για πάντα, δηλ. παρακάλεσε το Άγιον Πνεύμα, αδελφέ, να χαρίσει και σ’εσένα το δώρο της θεολογίας ή καλύτερα της θεοπτείας. Διότι, η θεολογία δίδεται εν Αγίω Πνεύματι. Γιατί, γνώριζε ότι σε όποιου ανθρώπου την καρδιά ενεργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, αυτός ευθύς είναι θεολόγος απλανής και ασφαλέστατος. Αντιθέτως, σε όποιου ανθρώπου την καρδιά δεν ενεργεί το Άγιον Πνεύμα, αυτός όσα κι αν θεολογεί, είναι λόγοι που έρχονται έξωθεν, εξ ακοής και όχι από την καρδιά, που ενεργείται από το Άγιον Πνεύμα, όπως λέει και ο Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης, ο υψίνους εκείνος θεολόγος, στη Φιλοκαλία[10]. Εάν, λοιπόν, θεολογείς, ενεργούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δόξα και τιμή προσφέρεις στον Θεό.
Αυτές είναι, σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, οι οκτώ προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν.
Όσον αφορά την σημερινή εποχή μας, τις αποκαλυπτικές και έσχατες αυτές ημέρες, που ζούμε, είναι δυστύχημα και θλιβερό να διαπιστώνει κανείς ότι οι παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν δεν τηρούνται από την πλειάδα των θεολόγων. Μόνο ένα ευσεβές λήμα τις διασώζει.
Είναι απαραίτητο και αναγκαίο να κάνουμε την παρακάτω διάκριση: Να διακρίνουμε τούς παραδοσιακούς, πατερικούς, ορθοδόξους θεολόγους από τους εκσυγχρονιστές, μεταπατερικούς, οικουμενιστές θεολόγους. Οι παραδοσιακοί, πατερικοί, ορθόδοξοι θεολόγοι εκφράζουν την αληθινή, την όντως Ορθόδοξη Θεολογία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Αγία Γραφή, στο Ευαγγέλιο, στις άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, στους Ιερούς Κανόνες, στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων και την εν γένει Ιερά Παράδοση. 
Οι οικουμενιστές θεολόγοι εκφράζουν μία καινή (καινούργια-νεωτεριστική) και κενή (άδεια) θεολογία ή μάλλον ψευδοθεολογία, θολολογία των παθών τους. Προωθούν την παναίρεση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού Οικουμενισμού, ο οποίος είναι η χειρότερη και μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση όλων των εποχών και ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου, διότι στόχο έχει να ενώσει όλες τις αιρέσεις και θρησκείες, σε μία παγκόσμια θρησκεία, ένα παγκόσμιο θεό, προσβάλλοντας την αποκλειστικότητα και τη μοναδικότητα της σωτηρίας, που κατέχει και παρέχει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξος Εκκλησία, και αδιαφορώντας για τις τεράστιες δογματικές και θεολογικές διαφορές.
Οι Οικουμενιστές θεολόγοι πρωτοστατούν στην αποστασία εκ της Πίστεως, στη νόθευση των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας και στην προδοσία των ιερών κανόνων. Συλλειτουργούν με τους αιρετικούς, διοργανώνουν διαχριστιανικές και διαθρησκειακές διασκέψεις, αναγνωρίζουν τους Παπικούς και τους Προτεστάντες ως μέλη κανονικών «Εκκλησιών», προσκαλούν τον Πάπα στις ορθόδοξες έδρες τους, διοργανώνουν συμπροσευχές με τον Πάπα, τον προσφωνούν «αγιώτατο αδελφό», τον υποδέχονται ως «ευλογημένο ερχόμενο», προσπαθούν να περιθωριοποιήσουν την Πατερική θεολογία και τους αγίους Πατέρες με τους θεολογικούς διαλόγους για το πρωτείο του Πάπα και με την καινοφανή αίρεση της μεταπατερικής, νεοπατερικής, συναφειακής «θεολογίας», νοθεύουν το ορθόδοξο μυστήριο της Βαπτίσεως, αναγνωρίζουν τα «μυστήρια» και την «ιερωσύνη» του Βατικανού, προχωρούν στην περιθωριοποίηση του ιερού ράσου και την απαλλαγή του κλήρου απ’ αυτό. Χωρίς ίχνος ντροπής αποδέχονται την χειροτονία των γυναικών, τις παστόρισσες και τις επισκοπίνες, οι οποίες αρκετές φορές είναι και ομοφυλόφιλοι, και παρακάθονται μαζί τους στο λεγόμενο «Π.Σ.Ε», το προωθημένο όργανο επιβολής του Οικουμενισμού, το οποίο μάλλον πρέπει να λέγεται Παγκόσμιο Συνονθύλευμα Αιρέσεων και Π.Σ.Ε.ύδους, όπως έγινε πρόσφατα, αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου, στην Κρήτη, στην εκεί Οικουμενιστική Ακαδημία Κρήτης (ΟΑΚ). 
Διακηρύσσουν ότι «κατά βάθος μία εκκλησία ή ένα τέμενος (τζαμί) αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση», ότι το κοράνιο είναι «άγιο» και «σπουδαίο», το οποίο προσφέρουν ως δώρο, αντί της Αγίας Γραφής, ότι οι εβραϊκές συναγωγές είναι «τόποι λατρείας του Θεού» και είναι «ευλογημένες», ότι με τους Εβραίους, τους σταυρωτές του Κυρίου μας, μάς ενώνουν κοινά θεμέλια, οι Ιερές Γραφές, οι Πατριάρχες και οι Προφήτες, κ.ά. φοβερά και τραγικά και βλάσφημα.
Είναι δυστύχημα και πολύ οδυνηρό να διαπιστώνει κανείς ότι στη σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα-κατάσταση, στο τωρινό εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, σε καίριες ηγετικές εκκλησιαστικές θέσεις και αξιώματα κυριαρχούν οι οικουμενιστές θεολόγοι. Και δεν είναι καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι  ορθόδοξη θεολογία διέρχεται μια κρίση. Κρίση οικουμενιστική. Βρίσκεται υπό οικουμενιστική αιχμαλωσία, δεμένη με οικουμενιστικά δεσμά.
Πολλά λέγονται για την κατάργηση ή μη των Θεολογικών, εκκλησιαστικών Σχολών, των Ακαδημιών, το άνοιγμα της Σχολής της Χάλκης. Ποιος ο σκοπός όμως της υπάρξεώς τους, όταν η πλειάδα των καθηγητών τους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, έχουν οικουμενιστική νοοτροπία και διδάσκουν στους φοιτητές ανοικτά πλέον τον οικουμενισμό; Ποια η προσφορά τους; Το να καυχώνται ότι βγάζουν οικουμενιστές θεολόγους; Προς τι το όφελος για την Ορθοδοξία, όταν η μία Σχολή ανακηρύττει τους αιρετικούς Μονοφυσίτες ως Ορθοδόξους ή όταν αρνείται την ορθόδοξη επιχειρηματολογία εναντίον της χειροτονίας των γυναικών; Ή όταν η μία Ακαδημία διδάσκει την μεταπατερική αίρεση, τη λειτουργική αναγέννηση-ανανέωση, τη μετάφραση των λειτουργικών μας κειμένων, την μετατροπή του κατηχητικού-ομολογιακού χαρακτήρος του μαθήματος των Θρησκευτικών σε θρησκειολογικό-μη ομολογιακό; Ή όταν η άλλη Ακαδημία φιλοξενεί μετά χαράς την συνέλευση της κεντρικής επιτροπής του Π.Σ.Ε.; Σε τίποτε δεν οφελούν, αλλά μάλλον ζημία γίνεται, με την ακολουθούσα-εφαρμοζόμενη τακτική. Δεν τασσόμαστε βεβαίως υπέρ της καταργήσεως των ανωτέρων σχολών και ακαδημιών, αλλά θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την μεταμόρφωσή τους από κέντρα οικουμενισμού σε κέντρα όντως ορθόδοξης, πατερικής θεολογίας. 
Τις παραπάνω, λοιπόν, οκτώ προϋποθέσεις, που μας ανέφερε ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ετήρησε και εφήρμοσε ο όσιος Συμεών και γι’αυτό ανεδείχθη αυθεντικός, γνήσιος και μέγας θεολόγος, θεόπτης.
Ο όσιος Συμεών ονομάσθηκε «θεολόγος» εξαιτίας του βάθους της διδασκαλίας του. Γι’αυτό καί ο τύπος του ονόματος «Συμεών ο νέος Θεολόγος». Τό ότι αυτός μαζί μέ τούς άλλους δύο, τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, μεταξύ όλων των άλλων εκκλησιαστικών ανδρών ονομάσθηκε Θεολόγος, είναι ενδεικτικό των τάσεών του. Όπως εκείνοι οι δύο, έτσι κι αυτός ομιλεί περί αγάπης, περί φωτός, περί αμέσου εμπειρίας του Θεού. Ο βιογράφος του, Νικήτας Στηθάτος, αναφέρει ότι θεολογούσε όπως ο ηγαπημένος άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος˙ «ως ο ηγαπημένος εθεολόγει».
Στήν εποχή του οσίου Συμεώνος επικρατούσε η παρακάτω αίρεση. Πολλοί, ακόμη καί μοναχοί της μονής Στουδίου, αρνούνταν τήν δυνατότητα θεωρίας καί θεοπτίας. Ο αγγελικός βίος θεωρούνταν ως υπόθεση του μέλλοντος αιώνος καί η εξομοίωση μέ τούς παλαιούς πατέρες κρινόταν αδύνατη τώρα. Η μυστική οδός είχε λησμονηθεί από αιώνων. Σέ εποχή κατά τήν οποία από αιώνες είχε λησμονηθεί η παλαιότερη τάση γιά μυστική θεωρία του Θεού καί βασίλευε η τελετουργική τάξη, ο όσιος Συμεών ανέλαβε νέα πρωτοβουλία πρός αναζήτηση της εσωτερικής πνευματικής εμπειρίας. Δέν απέρριψε τά εξωτερικά μέσα της λατρείας ούτε περιφρόνησε τήν εκκλησιαστική οργάνωση, αλλά έδωσε τήν πρώτη θέση στήν προσωπική επαφή μέ τόν Θεό. 
Κατά τόν όσιο Συμεώνα, αδυναμία υπάρχει μόνο γιά εκείνους, οι οποίοι δέν επιδιώκουν τήν θεωρία καί τήν θεοπτία. Αυτοί, ισχυριζόμενοι αδυναμία, κλείνουν τήν άνοδο πρός τόν Θεό, τήν οποία άνοιξε ο Χριστός καί είναι πάνω από κάθε αίρεση αιρετικοί. Ο όσιος Συμεών ζητούσε από τούς μοναχούς τήν πράξη, αλλά καί κάτι πέρα απ’αυτήν˙ τήν θεωρία. Απαιτούσε νά καταστούν θεωρητικοί.
Τα έργα, τα συγγράμματα του οσίου Συμεώνος είναι ουκ ολίγα και μεγίστης σημασίας. Έχει γράψει α) κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά εκατόν ένα, β) κεφάλαια γνωστικά και θεολογικά είκοσι πέντε, γ) κεφάλαια θεολογικά και πρακτικά εκατό, δ) κατηχήσεις,  ε) λόγους και στ) θείων ερώτων ύμνους.
Σύμφωνα μέ τήν πνευματική διδασκαλία του, ο όσιος Συμεών διακρίνει τρία στάδια πνευματικής τελειώσεως, κατά τά οποία επικρατούν αντιστοίχως η πράξη, η γνώση καί η θεολογία. Πράξη είναι κυρίως ο αγώνας γιά τήν απόκτηση της απαθείας. Γνώση είναι ο αγώνας γιά τήν κατανόηση του θείου. Θεολογία είναι η θεωρία των θείων, γι’αυτό καί ο όσιος εναλλάσσει τίς λέξεις θεωρία καί θεολογία. Η θεολογία είναι τό ύψιστο στάδιο τελειώσεως.
Ο όσιος Συμεών είναι ο ποιητής, ο συγγραφεύς της εβδόμης ευχής της ακολουθίας προ της Θείας Μεταλήψεως, που λέει «Από ρυπαρών χειλέων, από βλερυράς καρδίας, από ακαθάρτου γλώσσης, εκ ψυχής ερρυπωμένης…». Στην ευχή αυτή, που είναι γραμμένη σε στίχο πολιτικό, ο όσιος περιγράφει με ζοφερό τρόπο την κατάσταση της αμαρτωλότητος του ανθρώπου και παρακαλεί τον Θεό να δεχθεί την δέηση.
Εκεί πού ο όσιος Συμεών πρωτοτυπεί είναι η περί φωτός διδασκαλία, στήν οποία ξεπέρασε τούς παλαιοτέρους. Στή διατύπωση των σκέψεών του σ’αυτό τό σημείο ξεκίνησε από δική του εμπειρία, τήν οποία δοκίμασε σέ νεαρή ηλικία. Περιγράφει κάποιον νεανία, πού στεκόταν στό δωμάτιό του, τήν στιγμή κατά τήν οποία φανερώθηκε άνωθεν πλουσίως θεία έλλαμψη καί γέμισε όλο τόν τόπο. Ο νεανίας τόσο μεταρσιώθηκε, ώστε λησμόνησε αν βρίσκεται στό σπίτι ή κάτω από στέγη. Έβλεπε μόνο φως καί δέν γνώριζε αν πατούσε στή γη. Δέν αισθανόταν ότι έχει σώμα, αλλά ενωμένος ολόκληρος μέ τό άυλο φως καί γενόμενος κι αυτός φως καί ξεχνώντας όλα τά του κόσμου, γέμισε από δάκρυα, ανέκφραστη χαρά καί αγαλλίαση. Έπειτα ανέβηκε στόν ουρανό καί είδε άλλο φως τρανότερο από τό προηγούμενο.
Τά συγγράμματα του οσίου Συμεώνος περικλείουν σέ κάθε σχεδόν σελίδα τους τίς λέξεις φως, έλλαμψη καί τίς παρόμοιες. Αλλά ο όσιος Συμεών δέν διδάσκει ότι τελικός σκοπός της πνευματικής ανατάσεως είναι η θεωρία του φωτός. Κατ’αυτόν σκοπός είναι η συνάντηση του προσώπου του Χριστού, του οποίου τό σύμβολο είναι τό φως. Η ένωση μέ τόν Χριστό καί τόν Θεό είναι τό τέρμα της πνευματικής τελειώσεως.
Η ένωση του θείου καί του ανθρωπίνου στοιχείου στόν Θεάνθρωπο Χριστό είναι γεγονός, τό οποίο επαναλαμβάνεται πάντοτε σέ κάθε άνθρωπο, πού επιδιώκει καί επιτυγχάνει τήν τελείωση. Ο άνθρωπος συλλαμβάνει τόν Λόγο του Θεού στήν καρδιά του, όπως τόν συνέλαβε η Παρθένος στήν κοιλία της. Έτσι ο Χριστός μορφώνεται μέσα του καί αυτός μορφώνεται στόν Θεό. Τά μέλη του είναι καί αυτά Χριστός.
Τά ανωτέρω σημαίνουν ότι η πνευματική εμπειρία αρχίζει από τόν παρόντα ήδη κόσμο και ολοκληρώνεται, τελειώνεται στον όγδοο αιώνα, σε αντίθεση με τους αιρετικούς Λουθηρανούς, που τοποθετούν τη θέωση μετά θάνατον. Σημαίνουν επίσης ότι η ανάσταση είναι παρούσα πραγματικότητα, είναι πνευματική ανάσταση καί πιό αξιόλογη από τήν ανάσταση των σωμάτων [11].
Σήμερα, λοιπόν, πού εορτάζουμε τήν μνήμη του οσίου Συμεώνος, ας τόν ικετεύσουμε νά δώσει καί σ’ εμάς λίγο από τό χάρισμα της θεολογίας καί θεωρίας του Θεού, νά μας αξιώσει νά περάσουμε επιτυχώς τά τρία στάδια της πνευματικής τελειώσεως, τήν πράξη, τήν γνώση καί τήν θεολογία, ώστε, μέ τήν θεωρία του φωτός, νά επιτύχουμε του σκοπού της πνευματικής ανατάσεως, πού δέν είναι άλλος από τήν συνάντηση του προσώπου του Χριστού καί τήν ένωσή μας μέ τόν Χριστό καί τόν Θεό. Αμήν!

  ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Νέα Κλίμαξ, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1976, σσ. 332-335.
  ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ, Λόγος γ΄ περί Τριάδος.
  Του ιδίου, Λόγος ε΄ περί Τριάδος.
  ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος α΄ περί θεολογίας.
  ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Εκατοντάς β΄ των θεολογικών, κεφ. λθ΄.
  ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί θείων ονομάτων, κεφ. β΄.
  ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ, Λόγος α΄ περί Τριάδος.
  Του ιδίου, Λόγος στ΄ περί Τριάδος.
  ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Εκατοντάς β΄ περί αγάπης, κεφ. κζ΄.
  ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ, Φιλοκαλία, κεφ. πδ΄.
  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΥ, «Συμεών ο Νέος Θεολόγος», ΘΗΕ    (Αθήναι      ) 537-545.



Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Powered by active³ CMS - 23/10/2018 6:01:18 μμ

Καταφατική και Αποφατική Θεολογία (Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία) IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ


1. Στό προηγούμενο κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, σᾶς μίλησα γιά τήν γνώση τοῦ Θεοῦ καί σᾶς εἶπα ὅτι δέν μποροῦμε ἐμεῖς οἱ πεπερασμένοι ἄνθρωποι νά γνωρίσουμε τόν Θεό. Ὅμως, σᾶς εἶπα, δέν ἔχουμε καί πλήρη ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Θεός μᾶς ἀπεκάλυψε τόν Ἑαυτό Του καί μέ τήν «φυσική», ἀλλά κυρίως μέ τήν «ὑπερφυσική» ἀποκάλυψή Του. «Φυσική» ἀποκάλυψη εἶναι τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ στήν φύση, στήν δημιουργία Του. Καί βλέποντας καί ἐμβαθύνοντας τά θαυμάσια τῆς δημιουργίας, θαυμάζουμε τόν Δημιουργό της Θεό καί λέγουμε: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 104,24).[1] Περισσότερο ὅμως ὁ Θεός ἀπεκάλυψε τόν Ἑαυτό Του μέ τήν «ὑπερφυσική» Του ἀποκάλυψη, τήν ὁποία ἔκανε ὁ σαρκωθείς Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί εἶναι γραμμένη στήν Καινή Διαθήκη.

Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή εἶναι τέλεια καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πιό τέλεια ἀπό αὐτήν. Γιά νά κατανοήσουμε ὅμως τήν τέλεια αὐτή ἀποκάλυψη, πρέπει νά γίνουμε καί ἐμεῖς «τέλειοι». Γι᾽ αὐτό μόνον οἱ ἅγιοι ἐννοοῦν καλῶς τά λόγια τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Γιατί τά λόγια αὐτά εἶναι θεόπνευστα λόγια καί πρέπει κανείς νά ἔχει τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά νά τά ἐννοήσει. Καί τήν Χάρη αὐτή τήν ἔχουν οἱ καθαροί στήν καρδιά καί αὐτοί εἶναι οἱ ἅγιοι.
2. Ἀλλά γιά νά σᾶς πῶ, χριστιανοί μου, τήν πλήρη ἀλήθεια, ἐδῶ στήν γῆ πού ζοῦμε, δέν μπορεῖ νά ἔχουμε τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιά «ἐπίγεια» καί «ἐπουράνια» γνώση τοῦ Θεοῦ. Καί γιά τήν «ἐπίγεια» γνώση λέγει ὅτι εἶναι «ἐκ μέρους» καί «δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. 13,9.12). Τό «ἐκ μέρους» σημαίνει ὅτι ἕνα μόνο μέρος ἀπό τήν γνώση τοῦ Θεοῦ κατέχουμε. Καί τό «δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» σημαίνει ὅτι γνωρίζουμε τόν Θεό σάν ἀπό μεταλλικό καθρέπτη. Τόν γνωρίζουμε θαμπά καί μέ τόση ἀτέλεια, ὥστε νά μᾶς μένουν πολλά αἰνίγματα πού δέν μποροῦμε νά τά ἐξηγήσουμε. Ἔτσι ἑρμηνεύεται τό «δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σχετικά μέ τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, πού ἔχουμε ἐδῶ στήν γῆ οἱ ἄνθρωποι. Στόν οὐρανό ὅμως οἱ ἅγιοι θά ἔχουν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τό λέγει ὁ Ἀπόστολος, θά γνωρίσουν τόν Θεό «πρόσωπον πρός πρόσωπον» (Α´ Κορ. 13,12)! Ἤ, ὅπως τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, «ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστιν» (Α´ Ἰωάν. 3,2)!
3. Ἔτσι, γιά τήν γνώση τοῦ Θεοῦ ἐδῶ κάτω στήν γῆ, καί αὐτοί οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀναγκάζονται νά χρησιμοποιήσουν τήν «ἀποφατική» θεολογία, ὅταν ὁμιλοῦν γιά τόν Θεό. Τί σημαίνει αὐτό; Ἀκοῦστε, ἀδελφοί, νά σᾶς τό ἐξηγήσω: Ὅταν προσευχόμαστε στόν Θεό λέμε πολλά καί διάφορα ἐπίθετα γιά νά ἐκφράσουμε πόσο καλός καί πόσο μέγας εἶναι. Λέμε, δηλαδή, «Θεέ μου εἶσαι ἅγιος, εἶσαι πάνσοφος, εἶσαι παντοδύναμος, εἶσαι δίκαιος, εἶσαι πανταχοῦ παρών, εἶσαι... εἶσαι». Μιλώντας στόν Θεό μέ αὐτό τόν τρόπο, προσπαθώντας, δηλαδή, μέ διάφορα λόγια νά ἐκφράσουμε τό τί εἶναι ὁ Θεός, αὐτό λέγεται «καταφατική» θεολογία. Ἐκεῖ ὅμως πού μέ τήν «καταφατική» θεολογία λέμε καί ὅλο λέμε ἐπίθετα καί λόγους γιά νά ἐκφράσουμε τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, καί παρόλα αὐτά νοιώθουμε ὅτι δέν τό πετυχαίνουμε, κάπου σταματᾶμε, γιατί δέν ἔχουμε τί νά ποῦμε περισσότερο καί λέμε: «Θεέ μου εἶσαι, εἶσαι..., δέν μπορῶ νά πῶ πόσο μεγάλος καί ἅγιος εἶσαι, εἶσαι το πᾶν», καί σταματᾶμε!... Αὐτός δέ ὁ λόγος πού εἴπαμε, ὅτι «δέν μποροῦμε νά ποῦμε πόσο ἅγιος εἶναι ὁ Θεός» καί ἡ σιωπή μας πιά στόν λόγο μας γιά τόν Θεό, αὐτό λέγεται «ἀποφατική» θεολογία! Καί ὅπως μέ τήν «καταφατική» θεολογία δοξάζουμε τόν Θεό, τό ἴδιο καί μέ τήν «ἀποφατική» θεολογία, μέ τό νά λέμε ὅτι «δέν μπορῶ», «ἀδυνατῶ» νά μιλήσω γιά τόν ἅγιο καί ὑπερτέλειο Θεό, καί μέ τόν τρόπο αὐτό, λέγω, δοξάζουμε τό ἴδιο καί ἀκόμα περισσότερο τόν Θεό.  Μέ τόν ἀρνητικό αὐτό τρόπο δοξάζουμε περισσότερο τόν Θεό ἀπό ὅσο τόν δοξάζουμε μέ τήν «καταφατική» θεολογία.
4. Ἀπό τά παραπάνω πού σᾶς εἶπα σχετικά μέ τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου χριστιανοί, καί σ᾽ αὐτό καί στό προηγούμενο κήρυγμά μου, φαίνεται μιά ἀντιφατική ὁδός γιά τήν θεογνωσία, γιά τήν γνώση, δηλαδή, τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν μιά μεριά ὁ Θεός μᾶς παρουσιάζεται ὡς καταληπτός, ὅτι, δηλαδή, τόν γνωρίζουμε καί τόν καταλαβαίνουμε («καταφατική» θεολογία) καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά μᾶς παρουσιάζεται ὡς ἀκατάληπτος καί ἄγνωστος («ἀποφατική» θεολογία). Ἔτσι εἶναι! Ὁ Θεός εἶναι καί γνωστός καί ἄγνωστος, καί κρυμμένος καί ἀποκαλυμμένος, καί ἀνώνυμος καί πολυώνυμος. Αὐτή εἶναι ἡ «διπλόη» τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία σᾶς ἔλεγα στό προηγούμενο κήρυγμά μου. Ἀλλά, αὐτή προέρχεται ἀπό ἕνα ἄλλο μεγάλο καί σοβαρό δόγμα τῆς πίστης μας, γιά τό ὁποῖο θά σᾶς μιλήσω στό ἑπόμενο κήρυγμα.
Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Αποφατική Θεολογία


Για τον Θεό δεν μπορούμε απολύτως τίποτα να πούμε καταφατικά. Όσα και να πούμε για να τον περιγράψουμε είναι ελλιπή, ατελή και περιορισμένα. 
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε περί του τι είναι ο Θεός, αλλά μόνο περί του τι δεν είναι. Αυτή η μέθοδος συλλογισμού περί Θεού έλαβε την ονομασία αποφατική (αρνητική) θεολογία και αντιδιαστέλλεται από την καταφατική (θετική).
Ο π. Γεώργιος Φλωρόφκσυ αναφέρει συγκεκριμένα ότι ο Θεός είναι ανώτερος από κάθε περιορισμό, ανώτερος από κάθε προσδιορισμό και ισχυρισμό και ως εκ τούτου και ανώτερος από κάθε απόφανση. Το αποφατικό δεν έχει την ίδια σημασία με το υπέρ (ή έξω, εκτός), δηλώνει όχι περιορισμό ή εξαίρεση, αλλά υπεροχή και υπέρβαση. Το Θείο είναι ανώτερο από κάθε θεωρητική ονομασία και προσδιορισμό.
Ο Θεός δεν είναι ούτε ψυχή, ούτε νους, ούτε φαντασία, ούτε γνώμη, ούτε διαλογισμός, ούτε ζωή, δεν είναι ούτε λέξη, ούτε έννοια.
Ο Θεός δεν είναι αντικείμενο γνώσης, είναι υπεράνω της γνώσης. Γι’ αυτό η οδός της γνώσεως είναι η οδός της αφαίρεσης και της απόφανσης, η οδός της απλοποίησης και της σιωπής. Τον Θεό θα τον γνωρίσουμε μόνο στην ησυχία του πνεύματος, στην ησυχία της «άγνοιας». Αυτή η αποφατική «άγνοια» είναι ακριβέστερα υπερ-γνώση, όχι απουσία γνώσης, αλλά η τέλεια γνώση και γι’ αυτό ασύγκριτη με κάθε μερική γνώση.
Αυτή η «άγνοια» είναι ενατένιση.
Ο Θεός γνωρίζεται όχι μακρόθεν, όχι δια του διαλογισμού περί Αυτού, αλλά δια της ακαταλήπτου με’ Αυτού ενώσεως.

Γόρτυνος Ιερεμίας: Καταφατική και Αποφατική Θεολογία



1. Στο προηγούμενο κήρυγμα, αδελφοί χριστιανοί, σας μίλησα για την γνώση του Θεού και σας είπα ότι δεν μπορούμε εμείς οι πεπερασμένοι άνθρωποι να γνωρίσουμε τον Θεό. Όμως, σας είπα, δεν έχουμε και πλήρη άγνοια του Θεού, γιατί ο Θεός μας απεκάλυψε τον Εαυτό Του και με την «φυσική», αλλά κυρίως με την «υπερφυσική» αποκάλυψή Του.

«Φυσική» αποκάλυψη είναι το μεγαλείο του Θεού στην φύση, στην δημιουργία Του. Και βλέποντας και εμβαθύνοντας τα θαυμάσια της δημιουργίας, θαυμάζουμε τον Δημιουργό της Θεό και λέγουμε: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα Σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας» (Ψαλμ. 104,24). Περισσότερο όμως ο Θεός απεκάλυψε τον Εαυτό Του με την «υπερφυσική» Του αποκάλυψη, την οποία έκανε ο σαρκωθείς Υιός του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και είναι γραμμένη στην Καινή Διαθήκη. Η αποκάλυψη αυτή είναι τέλεια και δεν μπορεί να υπάρξει πιο τέλεια από αυτήν. Για να κατανοήσουμε όμως την τέλεια αυτή αποκάλυψη, πρέπει να γίνουμε και εμείς «τέλειοι». Γι᾽ αυτό μόνον οι άγιοι εννοούν καλώς τα λόγια του Χριστού και των αγίων Αποστόλων. Γιατί τα λόγια αυτά είναι θεόπνευστα λόγια και πρέπει κανείς να έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος για να τα εννοήσει. Και την Χάρη αυτή την έχουν οι καθαροί στην καρδιά και αυτοί είναι οι άγιοι.

2. Αλλά για να σας πω, χριστιανοί μου, την πλήρη αλήθεια, εδώ στην γη που ζούμε, δεν μπορεί να έχουμε τέλεια γνώση του Θεού. Ο απόστολος Παύλος ομιλεί για «επίγεια» και «επουράνια» γνώση του Θεού. Και για την «επίγεια» γνώση λέγει ότι είναι «εκ μέρους» και «δι᾽ εσόπτρου εν αινίγματι» (Α´ Κορ. 13,9.12). Το «εκ μέρους» σημαίνει ότι ένα μόνο μέρος από την γνώση του Θεού κατέχουμε. Και το «δι᾽ εσόπτρου εν αινίγματι» σημαίνει ότι γνωρίζουμε τον Θεό σαν από μεταλλικό καθρέπτη. Τον γνωρίζουμε θαμπά και με τόση ατέλεια, ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα που δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε. Έτσι ερμηνεύεται το «δι᾽ εσόπτρου εν αινίγματι» που λέει ο απόστολος Παύλος σχετικά με την γνώση του Θεού, που έχουμε εδώ στην γη οι άνθρωποι. Στον ουρανό όμως οι άγιοι θα έχουν τέλεια γνώση του Θεού. Όπως το λέγει ο Απόστολος, θα γνωρίσουν τον Θεό «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α´ Κορ. 13,12)! Ή, όπως το λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, «όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστιν» (Α´ Ιωάν. 3,2)!

3. Έτσι, για την γνώση του Θεού εδώ κάτω στην γη, και αυτοί οι άγιοι Πατέρες αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν την «αποφατική» θεολογία, όταν ομιλούν για τον Θεό. Τι σημαίνει αυτό; Ακούστε, αδελφοί, να σας το εξηγήσω: Όταν προσευχόμαστε στον Θεό λέμε πολλά και διάφορα επίθετα για να εκφράσουμε πόσο καλός και πόσο μέγας είναι. Λέμε, δηλαδή, «Θεέ μου είσαι άγιος, είσαι πάνσοφος, είσαι παντοδύναμος, είσαι δίκαιος, είσαι πανταχού παρών, είσαι… είσαι». Μιλώντας στον Θεό με αυτό τον τρόπο, προσπαθώντας, δηλαδή, με διάφορα λόγια να εκφράσουμε το τι είναι ο Θεός, αυτό λέγεται «καταφατική» θεολογία.
Διαβάστε εδώ:  Γόρτυνος Ιερεμίας: "Η γνώση του Θεού"

Εκεί όμως που με την «καταφατική» θεολογία λέμε και όλο λέμε επίθετα και λόγους για να εκφράσουμε το μεγαλείο του Θεού, και παρόλα αυτά νοιώθουμε ότι δεν το πετυχαίνουμε, κάπου σταματάμε, γιατί δεν έχουμε τι να πούμε περισσότερο και λέμε: «Θεέ μου είσαι, είσαι…, δεν μπορώ να πω πόσο μεγάλος και άγιος είσαι, είσαι το παν», και σταματάμε!… Αυτός δε ο λόγος που είπαμε, ότι «δεν μπορούμε να πούμε πόσο άγιος είναι ο Θεός» και η σιωπή μας πιά στον λόγο μας για τον Θεό, αυτό λέγεται «αποφατική» θεολογία! Και όπως με την «καταφατική» θεολογία δοξάζουμε τον Θεό, το ίδιο και με την «αποφατική» θεολογία, με το να λέμε ότι «δεν μπορώ», «αδυνατώ» να μιλήσω για τον άγιο και υπερτέλειο Θεό, και με τον τρόπο αυτό, λέγω, δοξάζουμε το ίδιο και ακόμα περισσότερο τον Θεό. Με τον αρνητικό αυτό τρόπο δοξάζουμε περισσότερο τον Θεό από όσο τον δοξάζουμε με την «καταφατική» θεολογία.

4. Από τα παραπάνω που σας είπα σχετικά με την γνώση του Θεού, αδελφοί μου χριστιανοί, και σ᾽ αυτό και στο προηγούμενο κήρυγμά μου, φαίνεται μια αντιφατική οδός για την θεογνωσία, για την γνώση, δηλαδή, του Θεού. Από την μια μεριά ο Θεός μας παρουσιάζεται ως καταληπτός, ότι, δηλαδή, τον γνωρίζουμε και τον καταλαβαίνουμε («καταφατική» θεολογία) και από την άλλη μεριά μας παρουσιάζεται ως ακατάληπτος και άγνωστος («αποφατική» θεολογία). Έτσι είναι! Ο Θεός είναι και γνωστός και άγνωστος, και κρυμμένος και αποκαλυμμένος, και ανώνυμος και πολυώνυμος. Αυτή είναι η «διπλόη» του Θεού, για την οποία σας έλεγα στο προηγούμενο κήρυγμά μου. Αλλά, αυτή προέρχεται από ένα άλλο μεγάλο και σοβαρό δόγμα της πίστης μας, για το οποίο θα σας μιλήσω στο επόμενο κήρυγμα.

Με πολλές ευχές,
† Ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας

Μεσαιωνικός ορθολογισμός και βυζαντινός αποφατισμός και η εξέλιξή τους στο ρεύμα τού χρόνου Μάριου Μπέγζου





Πηγή: Συγκριτική Φιλοσοφία της Θρησκείας. Φάκελος μαθήματος. Αθήνα 1989/2000.

Μεταγραφή: Τερτυλλιανός


«Η μεταφυσική διαφοροποίηση της ανατολικής προσωποκρατίας και της δυτικής ουσιοκρατίας έχει συνέπειες στο πεδίο της λογικής και της γνωσιολογίας.

Η Βυζαντινή θεολογία αρθρώνει τον αποφατισμό και η μεσαιωνική σκέψη καταλήγει στον ορθολογισμό [...] ο αποφατισμός σημαίνει την γνωσιολογική επιφυλακτικότητα και την αυτοκριτική οριοθέτηση της λογικής. Πιο συγκεκριμένα με τον αποφατισμό υπονοούνται τα εξής στοιχεία: (α) Η αλήθεια και η γνώση είναι δύο άνισα μεγέθη, τα οποία ουδέποτε ταυτίζονται εντελώς. Η αλήθεια είναι μεγαλύτερη από την γνώση και ο λόγος διατυπώνει ένα μόνο μέρος της αλήθειας των όντων. Η αλήθεια δεν εξαντλείται στις ορθολογικές διατυπώσεις της. Η λογική δεν ορίζει εξαντλητικά, αλλά μόνο οριοθετεί ενδεικτικά. Ο ορθός λόγος είναι ο όρος και το όριο της γνώσης: δεν υπάρχει γνώση χωρίς λόγο, αλλά μόνο με το λόγο δεν γνωρίζεται η αλήθεια. Η λογική χρειάζεται, αλλά δεν αρκεί. (β) Η γνώση σημαίνει την ένωση του γινώσκοντος υποκειμένου με το γινωσκόμενο αντικείμενο. «Γνώσις κατά το εγχωρούν εστίν η μετουσία» (Γρηγόριος Νύσσης, P.G. 46, 176B). Θεογνωσία είναι η σχέση, επι-κοινωνία και συμ-μετοχή του ανθρώπου στις ενέργειες του Θεού. Η γνωστική διαδικασία δεν είναι μια κτητική-κατακτητική λειτουργία, αλλά μια μετοχική-συμμετοχική διαδικασία με αμοιβαιότητα και αλληλοπεριχώρηση: «γνόντες τον Θεόν, μάλλον δέ γνωσθέντες υπό Θεού» (9 Γαλ. 4,9).

Ο αποφατισμός δεν αποκλείει τον καταφατισμό, αλλά τον προϋποθέτει και τον εμπερικλείει: « Η αποφατική θεολογία ουκ εναντιούται ουδέ αναιρεί την καταφατικήν, αλλά δείκνυσι τα καταφατικώς επί Θεού λεγόμενα, αληθή μεν είναι και ευσεβώς επί Θεού, ού καθ'ημάς δέ ταύτα έχειν τον Θεόν» (Γρηγόριος Παλαμάς, P.G. 150, 120 5 D).

Η μεσαιωνική θεολογία ακολουθώντας διαφορετικό δρόμο υποτίμησε τον αποφατισμό και προτίμησε τον καταφατισμό μονομερώς. Η παραθεώρηση του αποφατισμού στη Δύση είχε τις ακόλουθες συνέπειες:

1. Η ανάπτυξη της λεγόμενης "φυσικής θεολογίας" με τις αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού δεν είναι άλλο παρά η προέκταση του μονομερούς καταφατισμού. Ενώ στην Ανατολή συνυπάρχει αρμονικά η αποφατική με την καταφατική θεολογία, στην Δύση επικρατεί ασσυμετρία μεταξύ τους. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός αρχίζει την δογματική διδασκαλία του με την προτεραιότητα του ακαταλήπτου του Θεού, αλλά ο Θωμάς Ακινάτης επιχειρεί στην αρχή του θεολογικού του συστήματος να τεκμηριώσει την ύπαρξη του Θεού καταφατικά.

2. Η απουσία του αποφατισμού είναι συνυπεύθυνη για τον θωμιστικό εκφυλισμό της ορθολογικής γνώσης σε ορθολογιστική. Ο Θεός γνωρίζεται και με τον ορθό λόγο, αλλά όχι όμως μόνο με αυτόν. Περί του Θεού αποκτούμε ενδείξεις, όχι όμως αποδείξεις. Η γνώση μας είναι ενδεικτική, ποτέ εξαντλητική. Ο Θεός δεν ορίζεται, διότι έτσι περιορίζεται, αλλά οριοθετείται η ύπαρξη Του. Ενώ στην Δύση πρυτανεύει ο καταφατικός ορθολογισμός, στην Ανατολή επικρατεί ο αποφατικός ορθολογισμός.

3. Ο δυαλισμός λόγου-πίστης στη Δύση οφείλεται στον μονομερή καταφατισμό της, ενώ ο εκλεκτισμός της Ανατολής στηρίζεται στον αποφατισμό της. «Η πίστις αναπόδεικτος γνώσις εστίν. Εί δε γνώσις εστίν αναπόδεικτος, άρα σχέσις εστίν υπέρ φύσιν η πίστις» (Μάξιμος Ομολογητής, P.G. 90, 1225B). Η πίστη δεν είναι το αντίθετο της γνώσης, αλλά μια εκδοχή της, κι ενώ διαφέρει από την γνώση, διότι η πίστη στερείται αποδεικτικότητας, ωστόσο δεν αντιτίθεται στην γνώση. Φιλοσοφία και Θεολογία δεν είναι ανταγωνιστές, αλλά συναγωνιστές του γνωσιολογικού αθλήματος. Και ο Γρηγόριος Παλαμάς ερμηνεύει την αποδεικτική πενία της πίστης ως εξής: «Ως γαρ αίσθησης εν τοις υπ'αίσθησιν λογικής ού δείται δείξεως, ούτως ουδέ πίστις εν τοις τοιούτοις αποδείξεως». Ο Ιωάννης Δαμασκηνός ορίζει την φιλοσοφία με τον ακόλουθο τρόπο: «Η ουν αγάπη η προς τον Θεόν αυτή εστίν η αληθής φιλοσοφία». Η φιλοσοφία και η θεολογία δεν διακρίνονται με κριτήριο την ελευθερία, όπως συνήθως λέγεται, ότι δήθεν η φιλοσοφία είναι ελεύθερη, αυτόνομη κι απροϋπόθετη, ενώ η θεολογία μένει ετερόνομη εμπροϋπόθετη και ανελεύθερη. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας λέγεται αγάπη. Η θεολογία είναι φιλία της σοφίας με το πρωτείο της αγάπης και η φιλοσοφία είναι λόγος περί Θεού χωρίς το πρωτείο της αγάπης. Φιλοσοφία ονομάζουμε την ανέραστη γνώση του Είναι και θεολογία αποκαλούμε την αγαπητική γνώση του όντως όντος. Ο αυθεντικός φιλόσοφος αγαπά να γνωρίζει και ο αληθινός θεολόγος γνωρίζει να αγαπά. Κάπως έτσι μπορεί να σχηματοποιηθεί η διαλεκτική σχέση φιλοσοφίας-θεολογίας στην Βυζαντινή Ανατολή σε διαστολή προς την δυαλιστική συσχέτιση τους στη μεσαιωνική Δύση υπό το σχήμα "ελευθερία-ανελευθερία".

Οι επιπτώσεις του μεσαιωνικού καταφατικού ορθολογισμού αναφαίνονται στην πορεία της ευρωπαϊκής εκκοσμίκευσης. Ο γερμανικός ιδεαλισμός με ηγήτορα τον Καντ θα αποσαθρώσει την ορθολογιστική θεογνωσία του Θωμισμού, ενώ ο υπαρξισμός, ο μαρξισμός και ο θετικισμός θα αφήσουν μετέωρη την "φυσική θεολογία" του σχολαστικισμού. Η διάλυση της ρωμαιοκαθολικής σύζευξης πίστης-λόγου θα καταφανεί στον προτεσταντισμό από τον Λούθηρο του 16ου αιώνα μέχρι τον Μπαρτ του 20ου αιώνα, όπου η φιλοσοφία θα πάρει οριστικό διαζύγιο από την θεολογία. Η θρησκεύουσα Ευρώπη ταλανίζεται στις συμπληγάδες του ρωμαιοκαθολικού λόγου μετά πίστεως και της προτεσταντικής πίστεως άνευ λόγου. Τέτοια διλλήματα μεταξύ λόγου-πίστεως θα αποφεύγονταν, αν ίσυχε ο αποφατισμός, όπως περιγράφτηκε παραπάνω».

Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΡΟΣΙΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ




Κατά τη χριστιανική πίστη ο Θεός είναι "μυστήριο", είναι ακατάληπτος και αχώρητος στο νου μας. Έτσι, είναι αδύνατο να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα της ουσίας του, όπως επίσης είναι αδύνατο να βρεθούν χαρακτηρισμοί και ονόματα, που να μπορούν να εκφράσουν πλήρως την ουσία και το περιεχόμενο της έννοιας «Θεός».

Ο Θεός είναι αόρατος, ασύλληπτος, υπερβατικός, πέρα απ' όλα τα λόγια, πέρα από κάθε κατανόηση. Ο Θεός είναι άπειρος και τέλειος και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από μας τους ατελείς και πεπερασμένους. Όπως είναι αδύνατο να χωρέσει μέσα σ' ένα ποτήρι ολόκληρος ο ωκεανός, έτσι είναι αδύνατο να χωρέσει μέσα στο ανθρώπινο μυαλό ο άπειρος κα ανεξιχνίαστος Θεός.





Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΘΕΚΤΟΣ ΣΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ


Ο Θεός μπορεί να είναι άπειρος και ασύλληπτος με το νου και τις αισθήσεις μας, ωστόσο η άπειρη αγάπη του δεν άφησε να πλανιόμαστε μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας. Ο Θεός δεν άφησε τον εαυτό του άγνωστο και κρυμμένο. Όλος ο ορατός κόσμος που μας περιβάλλει αποτελεί ένα πρώτης τάξεως καθρέπτη μέσα από τον οποίο μπορούμε να πάρουμε μια πρώτη γεύση του θεϊκού μεγαλείου.

Εκτός από τη φυσική αυτή οδό γνώσεως του Θεού, εμείς οι Χριστιανοί έχουμε και την αποκάλυψη που μας έκανε ο ίδιος ο Υιός του με την Ενανθρώπηση του. Όμως και οι δύο αυτοί τρόποι (φυσικός και εξ αποκαλύψεως) γνώσεως του Θεού είναι ατελείς, αφού η ουσία του Θεού είναι απρόσιτη.

Γι' αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε ότι η  ουσία του Θεού είναι άγνωστη και άρρητη (δε λέγεται) και μόνο «τα περί τον Θεόν» μπορούμε να γνωρίσουμε. Για περισσότερη κατανόηση του θέματος ο Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν διάκριση ανάμεσα στην ουσία και τις ενέργειες του Θεού. Και η μεν ουσία είναι ακατάληπτη, ενώ οι ενέργειές του για τον κόσμο και ιδιαίτερα για τον άνθρωπο είναι «μεθεκτές» (κατανοητές) από την αντιληπτική ικανότητα του ανθρώπου, αρκεί βέβαια αυτός να φτάσει σε

κάποιο βαθμό τελειότητας.

Τη «μέθεξη» αυτή των ενεργειών του Θεού μπορούν να την πετύχουν όλοι οι πιστοί. Όταν η μέθεξη των ενεργειών του Θεού φτάσει στο ύψιστο σημείο της (τελείωση, τότε έχουμε τη «θέωση» του ανθρώπου, η οποία βέβαια δε σημαίνει ότι προσεγγίζουμε και την ουσία του Θεού. Απλώς γινόμαστε «θεοειδείς», όχι όμως και θεοί.





ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ


Δύο είναι οι τρόποι ή οι μέθοδοι με τις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να προσεγγίσει τη γνώση του Θεού, η αποφατική και η καταφατική.

Η αποφατική μέθοδος προσεγγίζει την έννοια του Θεού, δουλεύοντας με αφαιρέσεις και αποφάσκοντας (εξ ου και αποφατική) από την έννοια του Θεού ότι ατελές, σχετικό και πεπερασμένο παρατηρείται στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Έτσι αποφάσκει το θάνατο καλώντας το Θεό αθάνατο, τη φθορά καλώντας τον άφθαρτο, το όνομα καλώντας τον ανώνυμο κ.ο.κ. Των επιθέτων πού χρησιμοποιεί για να εκφράσει την έννοια του Θεού, προηγείται το στερητικό άλφα (α-χώρητος, ά-φθαρτος, α-νώνυμος, α-κατάληπτος,  α-χώρητος κ.λπ.). Ο νους, αφαιρώντας από το Θεό ότι είναι σχετικό και περιορισμένο, φθάνει σιγά -σιγά στον εσώτερο πυρήνα του θείου όντος, ο οποίος φυσικά είναι αδιάγνωστος, εισδύει στης θεία αγνωσία, όπου λαμπρύνεται και θεοποιείται.

Η καταφατική πάλι μέθοδος, ξεκινώντας και αυτή από το φυσικό κόσμο, καταφάσκει (εξ ου και καταφατική) στον υπέρτατο βαθμό όλες τις τελειότητες και κάθε ιδέα αγαθού, που παρατηρούνται στα λογικά κτίσματα. Λόγου χάρη, αν ο άνθρωπος είναι αγαθός, ο Θεός νοείται πανάγαθος. Αν ο άνθρωπος είναι δυνατός, ο Θεός είναι παντοδύναμος. Αν ο άνθρωπος είναι άγιος, ο Θεός είναι πανάγιος.

Τόσο οι αποφατικές όσο και οι καταφατικές προσηγορίες του Θεού είναι μεν ανθρώπινες, βασισμένες όμως στο λόγο της θείας αποκαλύψεως, όπως αυτός φανερώνεται στις άγιες Γραφές, οι οποίες εκφράζουν τη ζωντανή σχέση του Θεού με την εξωτερική δημιουργία, όπως αυτή αντανακλάται στις ενέργειες του Θεού στον κόσμο.



Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΨΗΛΑΦΗΤΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


Ο Θεός, ως αμέθεκτος και απρόσιτος, βρίσκεται έξω και πάνω από τον κόσμο που δημιούργησε από το μηδέν. Όμως οι ενέργειες του (παντοδυναμία, πανσοφία, αγαθότητα, προνοητικότητα για τον κόσμο), καρπός της άπειρης αγάπης του για τα δημιουργήματα του, τον φέρνουν μέσα στον κόσμο. Δε χρειάζεται παρά μια απλή ματιά στην ανθρώπινη ιστορία, για να ψηλαφήσουμε στην κυριολεξία την πανταχού παρουσία του Θεού.

Οι ενέργειες του Θεού αρχίζουν από την εκ του μηδενός δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, την αποστολή του Υιού Του στον κόσμο και τη διαρκή παραμονή Του κοντά μας (Εκκλησία - Άγιο Πνεύμα), μέχρι να γίνουμε μέτοχοι της Βασιλείας Του.

Φυσικά υπάρχουν και άλλες ιδιότητες του Θεού, όπως η παγγνωσία, η πανσοφία, η παντοδυναμία, η πανταχού παρουσία, η αγιότητα, η δικαιοσύνη και η αγάπη, οι οποίες, μαζί με τις ενέργειες Του, μας δίνουν μια εικόνα του ποιος είναι ο Θεός των χριστιανών.

Συμπερασματικά, ο Θεός, κατά τη χριστιανική πίστη, είναι αυτός από τον οποίο αρχίζει η ιστορία του κόσμου και του ανθρώπου (Δημιουργία), ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα μας και μας προστατεύει, μας φροντίζει και μας κατευθύνει στον προορισμό για τον οποίο ήρθαμε στον κόσμο και ο οποίος θα μας κρίνει όταν έρθει η συντέλεια των αιώνων, για να καταλήξουμε και πάλι σ' αυτόν από τον οποίο πήραμε την ύπαρξη μας.

Η καταφατική και αποφατική ορθόδοξη θεολογία


H ορθόδοξη θεολογία διακρίνεται σε καταφατική και αποφατική. Στὴ καταφατική της Αγίας Γραφής , δύναται να προσδιοριστεί τί είναι Θεός ενώ στὴν αποφατική να προσδιοριστεί τί δεν είναι Θεός. Έτσι, μὲ καταφάσεις και αρνήσεις, να προσεγγίσει ο άνθρωπος τὸ μυστήριό του Θεού.
Ωστόσο η ενέργεια του καταφάσκω, αποτελεί πράξη επιβεβαίωσης και αποδοχής της πραγματικότητας όπως την ορίζει ο ανθρώπινος κοινός νους. Συμβαίνει το ίδιο και με την απόφαση; Υπάρχει συγκατάθεση και συναίνεση του ανθρώπινου νου ή ενδόμυχα προκύπτει πνεύμα αποδοκιμασίας;
Η προσέγγιση ενός όρου όπως η απόφαση, αποτελεί επιτυχής θεολογική επίτευξη στην εποχή μας διότι δεν είναι εύκολο να κατανοήσει και να παραδεχθεί τη γνωσιολογική σημασία του αποφατισμού. Η γνώση γι’ αυτόν έχει αποκλειστικά καταφατικό χαρακτήρα και γι’ αυτό ο αποφατισμός νοείται ως άρνηση της γνώσης. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι η άποψη αυτή γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή, όχι μόνο από τον απλό μέσο άνθρωπο, αλλά ακόμη και από την επιστήμη. Αν όμως μια τόσο γνωσιολογική άποψη θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι σωστή και να ισχύει για την επιστήμη, τη φύση και γενικότερα για την κτιστή πραγματικότητα, δεν μπορεί να έχει καμιά ισχύ για την άκτιστη φύση του Θεού.
Στα πλαίσια της έρευνας, αντλώντας πολύτιμο θεολογικό υλικό από συγγραφείς μελετητές της ορθοδόξου κληρονομιάς, αλλά ιδιαίτερα από τον Μάξιμο τον Ομολογητή, έναν από τους σημαντικότερους Θεολόγους και εκκλησιαστικούς συγγραφείς του Βυζαντίου, θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε και να αναλύσουμε με βάση την ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση, τους όρους «κατάφαση» και «απόφαση», καθώς και τον ρόλο τους στην ορθόδοξη χριστιανική θεολογία.
Η Κατάφαση ως παιδαγωγική εναρκτήρια οδό, της θεολογίας
Στην Ορθόδοξη θεολογία υπάρχουν δύο θεολογικοί δρόμοι προσπέλασης προς το Θείο μυστήριο. Οι δρόμοι αυτοί οδηγούν ο μεν πρώτος στην καταφατική ο δε δεύτερος, στην αποφατική θεολογία. Η πρώτη μορφή της θεολογίας αποτελεί την αρχική και παιδαγωγική οδό, και χωρίς αυτή δεν πρόκειται ποτέ κανείς να φθάσει "ακινδύνως" στην δεύτερη. Η καταφατική θεολογία, αποτελεί αρχή και οδηγό. Είναι κατήχηση. Είναι γνώση της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Είναι κήρυγμα προς τους ορθοδόξους, ως αρχικό στάδιο πνευματικής ζωής. Είναι κάλυψη λογική των "δούλων" και των "μισθωτών." Όσο άσχημο είναι να μείνει κανείς μόνιμα στην αρχή, άλλο τόσο, ίσως και περισσότερο επικίνδυνο, είναι να νομίσει κανείς, ότι η θεογνωσία αποτελεί νοησιαρχική κατάκτηση, που προκύπτει χωρίς προσωπική εμπειρία. Άλλωστε χωρίς παιδαγωγική μέθοδο, είναι αδύνατο από την Εκκλησία να φτάσει κανείς υπερβατικά, στην πνευματική κατάσταση να βλέπει το Θείο και άκτιστο φώς.
Η κατάφαση, ως φυσική ανάγκη για την ερμηνεία της δημιουργίας
Ενδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού, εκτός της ορθοδόξου θεολογικής προσέγγισης, υπήρχαν ανέκαθεν στα πλαίσια της κοσμολογίας, η οποία ως αφετηρία έχει την υπόσταση γενικά του κόσμου ως δημιουργήματος, καθώς και την σκόπιμη συγκρότησή του. Η παρατήρηση των γεγονότων που συμβαίνουν στο σύμπαν, έχει πείσει ότι τίποτε τυχαίο και αναίτιο δεν υπάρχει στη γένεση και τη ζωή των όντων. Κάθε τι που υπάρχει, κάθε ζωντανό ον, είναι αποτέλεσμα μιας άλλης αρχής, η οποία το γέννησε και το παρήγαγε. Η όλη παραπάνω τέλεια συγκρότηση, συνηγορεί καταφατικά στο ενδεχόμενο της συμμετοχής, μιας ανώτερης δύναμης στο έντεχνο συντονισμό της «θείας καταφατικής διοικήσεως» του σύμπαντος. Για τον παραπάνω λόγο και πριν καν ο ανθρώπινος νους κατανοήσει χαρισματικά την βιβλική δημιουργία της πλάσης, έχει τις τέλειες καταφατικές, κοσμολογικές ενδείξεις, ότι ένα υπερτέλειο θείο ον, με αγαθότητα, δικαιοσύνη, αγιότητα και αγάπη δημιούργησε κάτι το πολύ ανώτερο, δημιούργησε τα πάντα. Στη σκέψη του αυτή, ο άνθρωπος για πρώτη φορά συναντά, την κατάφαση στη θεολογία.
Ο όρος κατάφαση, στην αναζήτηση του Θεού
Στα πλαίσια της οντολογικής αναζήτησης του Θεού, ως εσωτερική ανάγκη και επιθυμία, ο θεολόγος, δύναται να Του αποδώσει πολλές ονομασίες τις λεγόμενες θεωνυμίες. Οι θεωνυμίες προέρχονται κατά βάση από την αρχική θεολογική εμπειρία και λόγω της συνειρμικής νοητικής αδυναμίας της αντίληψης του άυλου και υπερβατικού Θεού, αιτιωδώς, ο Θεός παρουσιάζεται με συμβολικές παραστάσεις ακόμα και με χέρια και πόδια. Ο συμβολικός αυτός τρόπος, που προέρχεται από την εμπειρία της ζωής του Χριστιανού, εκ των πραγμάτων και λόγω της ενδοκοσμικότητας του ανθρώπου, έχει προτεραιότητα στη ζωή, «εκ φύσεως». Ότι χειροπιαστό κατέχει και αισθάνεται, μπορεί να το αποδείξει, άρα και να το κατανοήσει. Αποδέχεται λοιπόν ο άνθρωπος την καταφατική θεολογική σκέψη, πρωταρχικά ενστικτωδώς, μελετώντας το Θεό ως οντότητα.
Η καταφατική προσιτή φύση του Θεού
Η καταφατική θεολογία, στηρίζεται σε καταφατικούς περί Θεού ορισμούς, σημαντικότερος των οποίων είναι η απόλυτη ιδέα του όντος. «Εγώ ειμί ο ών». Έτσι αποκαλύπτεται ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης στον Μωυσή, δίνοντας την πρώτη Του, οντολογική υπόσταση. Συνεπώς η κατάφαση στο «θεολογείν» λαμβάνει «θείο εναρκτήριο λάκτισμα» Η θεμελίωση της στη συνέχεια, γίνεται από τον ίδιο το Χριστό, κατά το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, την ανάμνηση του μυστικού δείπνου με τους μαθητές του. Η θέληση του θεανθρώπου να εισάγει στην τελευταία του συνάντηση με τους συνεχιστές του Χριστιανισμού, Αποστόλους μαθητές Του, την υλική, κοσμική, περιγραφική, συμποσιακή συνάθροιση, δίνει την εξ αρχής διαπίστευση στην καταφατική προσέγγιση της μετέπειτα χριστιανικής λατρείας.
Ο όρος της αποφατικής θεολογίας
Η αποφατική θεολογία αποτελεί, την ανώτερη ορθόδοξη θεολογία. Είναι η ταπείνωση της σκέψης μπρος στην απεραντοσύνη του μυστηρίου του Θεού. Είναι η άρνηση να εξαντλήσει κανείς σε σκέψεις και νοήματα την γνώση του Θεού, ο οποίος υπερβαίνει κάθε σκέψη και κάθε νόημα. Αρχίζει όταν «καταλάβει ο άνθρωπος ότι δεν πρέπει να θεωρεί ως "κάτι" το μυαλό του, ούτε να καμαρώνει γι' αυτό. Είναι ο λόγος του Σιλουανού, ότι ο Θεός και βλεπόμενος παραμένει μυστήριο.
H αποφατική θεολογία κατά την ερμηνεία της, θεωρήθηκε ως φιλοσοφία επηρεασμένη από την αρχαιοελληνική πλατωνική θεώρηση. Αναμφίβολα υπάρχουν κάποιες εξόφθαλμες ομοιότητες, που αφορούν στην ορολογία μεταξύ του Πλάτωνα (ή και των Νεοπλατωνικών ακόμα) και των Πατέρων της Εκκλησίας. Κάνοντας όμως μια βαθύτερη διερεύνηση, εντοπίζουμε ότι υπάρχει, μία ουσιαστική διαφορά, μεταξύ της ορθόδοξης αποφατικής θεολογίας και της ελληνικής αντίληψης περί του Θεού. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, φτάνουμε στη γνώση του Θεού μέσω της προγενέστερης θεώρησης «της ψυχής», ιδιαίτερα καθ’ όσον αυτή γεννά κάτι και μεταφέρει «μια διαρκή ροή του είναι» και στη συνέχεια μέσω της θεώρησης «της τάξης, η οποία υπάρχει στην κίνηση των άστρων», δηλαδή «ο λόγος, ο οποίος ταξινόμησε το σύμπαν» Η γνώση του Θεού κατά τον Πλάτωνα, γίνεται μέσα από την έκσταση, η οποία είναι μία εμπειρία, που για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι δαιμονική. Κατά την έκσταση εξέρχεται το λογιστικό του ανθρώπου από το χώρο και τον χρόνο, καθώς και από την διαδοχική σκέψη και ενώνεται με το αμετάβλητο. Μέσα σ’ αυτή την διαδικασία το σώμα , είναι κάτι το κακό ή το αρνητικό, για τον λόγο αυτό δεν συμμετέχει στην εμπειρία της εύρεσης του Θεού.
Η όλη «αποφατική Θεολογία» του Πλάτωνα αφορά τελικά, στην αφαίρεση από την ανθρώπινη σκέψη όλων των ελαττωμάτων της περιορισμένης ανθρώπινης σκέψεως. Είναι εμφανής, η προσπάθεια να απαλλαγεί ο άνθρωπος, όχι από τα κτιστά, αλλά από τα μεταβλητά. Και αυτό διότι για τον Πλάτωνα, δεν υπάρχει η δημιουργία εκ του μηδενός και άκτιστος ύπαρξη δεν υπάρχει διάκριση δηλαδή μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Ενώ το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα.
Διάκριση καταφατικής - αποφατικής οδού, από την σχολαστική θεολογία
Ότι φαίνεται όμοιο, ή μοιάζει με όμοιο, κατά κανόνα αν δεν διέπεται από τις ίδιες δογματικές αρχές, φέρει πηγαία και ουσιαστική διαφορετικότητα. Στην μακρά διαφορετική πορεία του ορθοδόξου δόγματος από την δυτική μεθοδολογία και λόγω της ομόηχης προσέγγισης, υπάρχει η σύγχυση σε ορθόδοξα εγχειρίδια δογματικής κατόπιν απλούστευσης, ότι η κατάφαση και η απόφαση αποτελούν αν όχι ταυτόσημες, ανάλογες έννοιες και μέθοδοι, με την δυτική διαλεκτική και προβληματική της θετικής και αρνητικής θεολογίας των σχολαστικών.
Η δυτική μεθοδολογία των σχολαστικών, στηρίζεται κατά βάση, στην ενιαία διαλεκτική, ανεξάρτητα τα γνωρίσματα, τις έννοιες και τα ονόματα που χρησιμοποιούνται ως περιβολή. Η όλη λογική αναζήτηση και ανάλυση που χρησιμοποιείται κατά την μεθοδολογία αυτή, οδηγεί πρωτίστως στην θετική οδό, (via affirmationis), όπου κατά την «σύλληψη» του θείου, του αποδίδονται γνωρίσματα και ονόματα. Το περιεχόμενο των ονομάτων που αποδίδονται στο Θεό, αποτελεί υποσύνολο της κτιστής πραγματικότητας. Στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη οδός, η αρνητική (via negationis), όπου πλέον ο Θεός παρουσιάζεται ως άυλος και αιώνιος. Είναι αντιληπτό στην παραπάνω θεώρηση, ότι απουσιάζει η εμπειρία των ορθοδόξων από την οποία πηγάζει η καταφατική ορθόδοξη θεολογία, καθώς επίσης δεν γίνεται, καμία συσχέτιση των ορισμών τις αρνητικής θεολογίας, με την φωτοφάνεια, την θέα του Θεού, το θείο και άκτιστο φώς των ορθοδόξων. Απεναντίας στην όλη θεώρηση της δυτικής μεθοδολογίας, γίνεται αντιληπτή μια διαλεκτική και νοητική πορεία που με λογικές ερμηνείες και ονοματισμούς, διαμέσου της κτιστής πραγματικότητας, χωρίς Θεοφάνεια γίνεται η αναζήτηση της ύπαρξης του Θεού.
Στη θεολογία των Σχολαστικών θεολόγων είναι σαφές, ότι με την θετική οδό, αποδίδονται ονόματα στο Θεό, αλλά και με την αρνητική, στερητική οδό, αφαιρούμε αυτά τα ονόματα από το Θεό, όχι για να μη τα αποδώσουμε σε Αυτόν , αλλά για να καθαρίσουμε τα ονόματα αυτά από όλα τα ελαττώματά τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται στης ορθόδοξη καταφατική και αποφατική θεολογία όπου, η μέθοδος αποδόσεως ονομάτων στο Θεό είναι απλή. Δηλαδή αποδίδονται ονόματα και αφαιρούνται ονόματα, χωρίς να γίνονται αποδεκτοί, κανόνες της λογικής, γιατί οι κανόνες της λογικής ισχύουν, μόνο για τα κτίσματα του Θεού. Για το Θεό δεν ισχύουν κανόνες της λογικής ή της φιλοσοφίας. Κανένα φιλοσοφικό σύστημα δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο Θεό, καθώς και κανένα σύστημα λογικής. Μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα. Αυτά, που ισχύουν για τα κτιστά, δεν ισχύουν για την άκτιστη πραγματικότητα, που είναι ο Θεός. Δεν υπάρχουν κανόνες των κτισμάτων, που να εφαρμόζονται στα άκτιστα .
Η κατάφαση και η απόφαση στην ορθόδοξη θεολογία δεν προέρχονται από φιλοσοφικό στοχασμό. Ο στοχασμός απαγορεύεται στον ορθόδοξο θεολόγο της Εκκλησίας, όταν πρόκειται να θεολογήσει. Γι’ αυτό, ο μόνος συνετός τρόπος του να μελετά κανείς την Αγία Γραφή δεν είναι ο στοχασμός, αλλά η προσευχή. Ποια όμως προσευχή; Η νοερά προσευχή. Διότι, όταν έρχεται το Πνεύμα το Άγιο και επισκέπτεται τον άνθρωπο και προσεύχεται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος φωτίζεται και γίνεται ικανός να κατανοεί ορθά τα νοήματα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και να οδηγηθεί από φωτισμένος, που είναι, στην θέωση.
Η καταφατική και αποφατική οδός, ως αναπόσπαστη και ενιαία μέθοδος
Μεταξύ της καταφατικής και της αποφατικής θεολογίας φαίνεται να υπάρχει μια διαλεκτική αντίθεση, ωστόσο για την ορθόδοξη πατερική παράδοση καμιά αντίθεση δεν είναι νοητή μεταξύ τους. Απεναντίας, ανάμεσά τους υπάρχει μια άρρηκτη και λειτουργική ενότητα και σχέση. Τόσο η καταφατική όσο και η αποφατική θεολογία , δεν αποτελούν καρπούς νοησιαρχικού στοχασμού, αλλά θεμελιώνονται εξολοκλήρου στη θεία αποκάλυψη και στην εμπειρία. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, με την ορθόδοξη παράδοση και εξετάζονται από κοινού, ως κοινή θεολογική σκέψη και ζωή. Ο θεολόγος δεν δύναται ούτε να εξετάσει την κάθε μια ξεχωριστά, αλλά ούτε και να χρησιμοποιεί την κατάφαση ανεξάρτητα από την απόφαση. Μια τέτοια θεώρηση, πέραν ότι τον απομακρύνει από την ορθόδοξη παράδοση, όπου η γνωσιολογία με την οντολογία συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται, εγκυμονεί θεσμικούς και δογματικούς κινδύνους. Η πρώτη και κύρια μορφή κινδύνου που γεννά η διαφορετική μελέτη της κατάφασης από την απόφαση, αφορά στην προσπάθεια εντοπισμού και καταγραφής των ιδιοτήτων του Θεού ως ανεξάρτητη προσέγγιση. Άμεσα ο διενεργών τη μελέτη, παγιδεύεται στις γνωσιολογικές προσεγγίσεις του θείου και αναζητά, σ αυτόν φυσικές ιδιότητες. Τότε ο Θεός δύναται να μεταβληθεί σε φυσικό ή μαθηματικό μέγεθος, που αιτιωδώς θα ερμηνεύεται αποκλειστικά με ποσότητες και αξιώματα καθώς και με ενδοκοσμικές παραδοχές κτισιολογίας.
Στην αντί πέρα όχθη, της επικινδυνότητας, παρουσιάζεται η αποσύνδεση και απομάκρυνση της αισθητής και νοητής ύπαρξης του θείου, επικρατώντας ένας άκρατος αποφατισμός. Η αυτή και ανέκφραστη μορφή, προσδίδει στο Θεό, μια ελλιπή αναγνωσιμότητα, κυρίως στα πρώτα στάδια του «θεολογείν» όπου τα ανθρώπινα δεδομένα δεν θα περιέχουν την εμπειρία των ορθοδόξων και θα είναι αδύνατο να ανταποκριθούν. Οι έννοιες της αγάπης, του θείου έρωτα, της προσκόλλησης και εμμονής στον επιδιωκόμενο θείο σκοπό που οδηγεί στη θεοπτία, απομακρύνονται λόγω της αδυναμίας διείσδυσης στα όρια του επιστητού. Η γνώση διασπά το χαλινωτήριο λίκνο με την πράξη, η εμπειρία καταλαμβάνεται από νοητική ανυπαρξία με αποτέλεσμα η διαπροσωπική σχέση του ανθρώπου με το Θεό να ασθενεί.
Η έννοια της καταφατικής και της αποφατικής θεολογίας
Η έννοια του Θεού στη σχέση του με τον κόσμο ή ακόμη και στις εμπειρίες που έχουν με Αυτόν, είναι ο καταφατικός και αποφατικός τρόπος, με τον οποίο τις περιγράφουν. Η διάκριση μεταξύ ακτίστου Θεού και κτιστού κόσμου δεν αποτελεί απλώς και μόνο μια οντολογική διάκριση, την οποία μπορεί ο θεολόγος να αποδεχθεί, χωρίς να συνειδητοποιήσει τις άμεσες και βαθύτερες γνωσιολογικές συνέπειες και προεκτάσεις της. Ωστόσο ο άκτιστος Θεός σχετίζεται με τον κτιστό κόσμο διαμέσου των ενεργειών του .Έτσι γίνεται γνωστός από αυτές τις ενέργειες κατά την εκδήλωσή τους στην κτίση και στην ιστορία. Άλλα κατά την ουσία του, τη φύση και τον τρόπο των ενεργειών του, καθώς και τον τρόπο της υπάρξεώς του ως Αγία και ομοούσια Τριάδα, παραμένει τελείως υπερβατικός και απρόσιτος. Παραμένει λοιπόν γνωστός και άγνωστος. Αυτές οι δύο διαφορετικές όψεις του Θεού αποτέλεσαν τη βάση, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η θεολογία με τις δυο διαφορετικές και φαινομενικά αντίθετες οδούς, της κατάφασης και την απόφασης.
Το δογματικό πλαίσιο της αποφατικής και καταφατικής Θεολογίας
Έχοντας υπόψη του ο θεολόγος, ότι ο Θεός υπερβαίνει κάθε τελειότητα, αναλαμβάνει να του αποδώσει, εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, σύμφωνα με τα οποία παρόλη την αγνωσία Του, θα αναγνωρίζεται (μορφή αναγνώρισης), ως το ύψιστο αγαθό. Η παραπάνω θεολογική προσέγγιση είναι φανερό ότι αποτελεί, όχι μόνο δυσβάσταχτη ευθύνη, αλλά επίπονο και δύσκολο έργο, δεδομένου ότι οι πηγές αποκάλυψης και περιγραφής Του θείου πλάσματος,όχι μόνο είναι αδύνατο να τις χωρέσει ανθρώπινος νους, αλλά ελλοχεύουν θεολογικά ατοπήματα όταν παρερμηνευτούν τα της θείας Αποκαλύψεως και Αγίας Γραφής. Για τον λόγο αυτό η διατύπωση των θείων ονομάτων είτε αυτά αφορούν στο τι είναι ο Θεός (καταφατική όψη), είτε αφορούν στο τι δεν είναι (αποφατική όψη), προκύπτουν από την αποστολική παράδοση, από θεοφώτιστους ανθρώπους, όπου η θεία χάρη τους έχει κυριεύσει. Αν ο θεολόγος με λογικές συνειρμικές ερμηνείες προσπαθήσει να αποδώσει τα «του Θεού» γνωρίσματα, κινδυνεύει να καταληφθεί από την θεωρεία των δυτικών σχολαστικών. Αν πάλι εκ παραδρομής αγνοήσει την καταφατική όψη του Θεού και απομονωθεί προς τον αποφατισμό, οδεύει προς την πλάνη και την υπερβολή. Η γνώση του Θεού, έχει αποφατικό και καταφατικό χαρακτήρα, και είναι τόση, όση εκείνος έχει επιτρέψει.

Βιβλιογραφία
Ματσούκα, Ν. Δογματικὴ καὶ συμβολικὴ θεολογία, Α΄ (Θεσσαλονίκη: Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶς, 1988) 203-210.
Μεταλληνός, Γεώργιος Δ., Σχέσεις καὶ αντιθέσεις . Ανατολή καὶ Δύση στὴν πορεία τοῦ Νέου Ελληνισμού,( Αθήνα, Εκδόσεις Ακρίτας, 1998)
Στανιλοάε Δημήτριος, Εισαγωγή στη «Μυσταγωγία» τοῦ Αγ. Μάξιμου του Ομολογητού, Μετάφ. Ιγνάτιος Σακαλής (Αθήνα, Εκδόσεις Αποστολικὴ Διακονία, 1997)
Ρηγόπουλος Γ.Χ, Ιησούς Χριστός ο «Παράκλητος», Δελτίο Βιβλικών μελετών 57,τομ 1ος τεύχος 1ο ( Αθήνα εκδόσεις « ο άρτος της ζωής» 1971)
Runciman St., Η Μεγάλη εκκλησία εν Αιχμαλωσία, μτφρ. Ν. Παπαρρόδου,(Αθήνα Εκδόσεις Μπεργαδή, 2000)
Τρεμπέλα, Π. Μυστικισμός-Ἀποφατισμός-Καταφατικὴ Θεολογία : Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Σωτήρ, 1980)
Φλορόφσκυ Γεώργιος, Βυζαντινοί πατέρες 5ου αιώνα,( Θεσσαλονίκη Εκδόσεις Πουρνάρα 1992)