Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Τα σχεδια του πονηρου ( Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης )

Ἡ τέταρτη ἀπάτη μὲ τὴν ὁποία μᾶς ἐπιτίθεται ὁ πονηρὸς διάβολος, ὅταν μᾶς δῇ ὅτι βαδίζουμε τὸν εὐθὺ δρόμο τῆς ἀρετῆς, εἶναι οἱ διάφορες ἐπιθυμίες, ποὺ ξεσηκώνει ἐναντίον μας, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ νὰ ξεπέσουμε ἀπὸ τὴν ἐκγύμνασι τῶν ἀρετῶν στὶς κακίες. 

Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἕνας ἄρρωστος ὑποφέρῃ μὲ ὑπομονετικὴ θέλησι τὴν ἀρρώστια του, ὁ ἐχθρός, ποὺ γνωρίζει ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν μπορεῖ ἐκεῖνος νὰ ἀποκτήσῃ τὴν συνήθεια τῆς ὑπομονῆς, τοῦ παρουσιάζει μπροστά του πολλὰ καλὰ ἔργα, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κάνῃ ἂν βρισκότανε σὲ ἄλλη κατάστασι καὶ φροντίζει νὰ τὸν πείσῃ ὅτι ἂν ἦταν ὑγιής, θὰ μποροῦσε νὰ ὑπηρετήσῃ καλύτερα τὸν Θεὸ καὶ νὰ ὠφελήσῃ καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους.

Ἀφοῦ τοῦ βάλλει αὐτὲς τὶς ἐπιθυμίες, πηγαίνει σιγὰ σιγά, αὐξάνοντάς τες κατὰ αὐτὸ τὸν τρόπο, ποὺ τὸν κάνει νὰ θορυβῆται καὶ νὰ ταράζεται, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὶς τελειώσῃ, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του. Καὶ ὅσο τοῦ γίνονται μεγαλύτερες καὶ δυνατώτερες οἱ παρόμοιες ἐπιθυμίες, τόσο πιὸ πολὺ αὐξάνει καὶ ἡ ἐνόχλησις καὶ ἡ ταραχὴ τῆς καρδιᾶς του· καὶ μετὰ λίγο λίγο, μὲ ἱκανότητα τὸν καταφέρνει ὁ ἐχθρὸς ὥστε νὰ μὴν ὑπομένῃ πλέον τὴν ἀρρώστια του, ὄχι ὡς ἀρρώστια, ἀλλὰ ὡς ἐμπόδιο ἐκείνων τῶν ἀρετῶν, ποὺ μὲ πολλὴ ὄρεξι ἐπιθυμεῖ νὰ κάνῃ, γιὰ μεγαλύτερη ὠφέλεια. Καὶ ἀφοῦ τὸν φέρει σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, μὲ πολλὴ ἱκανότητα τοῦ κλέβει ἀπὸ τὸ νοῦ ἐκεῖνο τὸν σκοπὸ ποὺ εἶχε γιὰ νὰ ὑπηρετήσει καλύτερα τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀποκτήσῃ περισσότερες ἀρετές. Καὶ ἔτσι, ἄλλο δὲν τοῦ ἀφήνει, παρὰ γυμνὴ καὶ μόνη τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐπειδὴ ὅμως, σύμφωνα μὲ τὴν θέλησί του, δὲν τοῦ περνᾷ, συγχύζεται καὶ ταράσσεται σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ γίνεται ἐντελῶς ἀνυπόμονος, καὶ ἔτσι φθάνει ὁ ἄθλιος νὰ πέσῃ στὴν κακία τῆς ἀνυπομονησίας, ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς, ποὺ ἐξασκεῖτο ἀπὸ πρὶν χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνῃ καθόλου (1).

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης : ο φωτισμένος ασκητής των νεωτέρων χρόνων

Γράφει: ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ Θεολόγος - Καθηγητής

Στις 14 Ιουλίου η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη. 

Πρόκειται για μια σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα του 18ου αιώνα, η οποία έβαλε τη δική της σφραγίδα στην Εκκλησία και το Γένος μας την κρίσιμη εκείνη περίοδο, όπου η Οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της. Συνετέλεσε επίσης στην αποσόβηση του κινδύνου της αλλοιώσεως του ορθοδόξου φρονήματος, από την επέλαση πολυαρίθμων παπικών και προτεσταντικών «ιεραποστόλων», οι οποίοι ασκούσαν ασφυκτικό προσηλυτισμό εις βάρος των υποδούλων Ορθοδόξων Ελλήνων. Ο άγιος Νικόδημος, με τον πολύπλευρο αγώνα του βοήθησε τα μέγιστα για τη σωτηρία της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.

Γεννήθηκε στη Νάξο το 1749. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος Καλλιβρούτσης. Οι γονείς του Αντώνιος και Αθανασία φρόντισαν να του δώσουν χριστιανική ανατροφή και να τον μορφώσουν με το υστέρημά τους. Φοίτησε αρχικά στη Σχολή του Αγίου Γεωργίου στη Νάξο, έχοντας διδάσκαλο τον αδελφό του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Χρύσανθο. Στη συνέχεια πήγε στη Σμύρνη για ανώτερες σπουδές, στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή. Ήταν τέτοια η επίδοσή του ώστε ο μητροπολίτης Ιερόθεος τον προόριζε για μελλοντικό διευθυντή της Σχολής. Σπούδασε Θεολογία, Φιλολογία, Φιλοσοφία, Οικονομία, Ιατρική, Αστρονομία, ακόμα και Στρατιωτικά. Έμαθε άπταιστα γαλλικά, ιταλικά και λατινικά, έχοντας ισχυρότατη μνήμη.

Αγ. Νικόδημος Αγιορείτης: Ω παγκάκιστη αμέλεια!

Σκέψου, αγαπητέ, την αιτία της αρνήσεως του Αποστόλου Πέτρου, που είναι η αμέλεια, η οποία φαίνεται φανερή σ’ αυτά τα τρία· στον τρόπο, με τον οποίον ακολουθούσε τον διδάσκαλο του• στον σκοπό για τον οποίον τον ακολουθούσε και στα αποτελέσματα που του προξένησε η αμέλεια. 

Ο τρόπος που τον ακολουθούσε ήταν από μακριά· «Ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά» (Ματθ. 26,58} που σημαίνει ότι ο Πέτρος κυριευόταν από μία χλιαρότητα και αμέλεια και ούτε εντελώς ήθελε να εγκαταλείψει τον διδάσκαλό του, ούτε τελείως να τον ακολουθεί, αλλά ήθελε στην περίπτωση αυτή και να φαίνεται ότι είναι μαθητής του και να μη κινδυνεύσει για τον διδάσκαλο του.

Πάλι, το τέλος και ο σκοπός του Πέτρου, για τον οποίον ακολουθούσε τον Ιησού, δεν ήταν να πάει να πεθάνει μαζί του, αλλά κάποια περιέργεια, για να κάνει μία θεωρία, όχι σαν δικός του μαθητής, αλλά σαν ένας ξένος περιηγητής και να δει το τέλος του τόσο μεγάλου έργου. «Και όταν μπήκε μέσα κάθισε μαζί με τους υπηρέτες, για να δει το τέλος» (Ματθ. 26,58).

Ακολούθησε τον Ιησού και ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής αλλά όχι από μακριά, αλλά από κοντά και μπήκε στην αυλή του αρχιερέως όχι για να δει το τέλος και το αποτέλεσμα, αλλά, αν τύχαινε, να πεθάνει μαζί με τον διδάσκαλο του· και αυτό συνέβαινε, επειδή δεν ήταν χλιαρή η αγάπη του προς τον Κύριο, αλλά τον αγαπούσε τόσο πολύ, που ούτε για ώρα δεν δεχόταν να φύγει από κοντά του. Γι’ αυτό και δεν πήγε μόνος του να βάλει μέσα τον Πέτρο, αλλά είπε στη θυρωρό και εκείνη τον έβαλε μέσα, όπως ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος· «Βγήκε τότε ο μαθητής ο άλλος, ο οποίος ήταν γνωστός στον αρχιερέα, και είπε στη θυρωρό και έβαλε τον Πέτρο μέσα» (Ιω. 18,16).

Πια ήταν τα αποτελέσματα της αμέλειας του Πέτρου; η τέλεια λησμοσύνη και ο λήθαργος, για να πω έτσι, που τον έπιασε στα λόγια του διδασκάλου του, ακόμη και τότε που τον αρνήθηκε, σε σημείο που αν ο Κύριος δεν γύριζε να τον δει, σίγουρα ο Πέτρος δεν θα αισθανόταν καθόλου ότι τον αρνήθηκε• «Ο Κύριος γύρισε και κοίταξε στο πρόσωπο τον Πέτρο και θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγο του Κυρίου» (Λουκ. 22,61} και η τέλεια άγνοια και η αθέτηση των παραγγελιών, που έδωσε ο Κύριος στο υπερώο και στον κήπο, για να παραμένει ο ίδιος άγρυπνος· «Σιμών, Σίμων ο σατανάς σάς ζήτησε, για να σας κοσκινίσει, όπως το σιτάρι» (Λουκ. 22,31)· και πάλι• «Σίμων, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες μία ώρα να αγρυπνήσεις» (Μάρκ. 14,37). Και επί πλέον η μεγάλη λύπη που τον κατέβαλε ολοκληρωτικά εξ αιτίας της οποίας και κοιμόταν και δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια του, όπως λέει ο Λουκάς· «Ήλθε στους μαθητές του και τους βρήκε να κοιμούνται από τη λύπη» (Λουκ. 22,45).

Τώρα αυτή η μεγάλη αμέλεια του Πέτρου πώς ήταν δυνατό να καταλήξει σε κάτι άλλο, παρά σε μία φανερή πτώση; «Από τεμπελιές πέφτει το δοκάρι της στέγης» (Εκκλ 10,18). Γι’ αυτό η αμέλεια αυτή του Πέτρου παρομοιάζεται με την ψυχρότητα του τότε καιρού· γιατί λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης• «Στέκονταν εκεί οι δούλοι και οι υπηρέτες, οι οποίοι είχαν ανάψει κάρβουνα για να ζεσταθούν, διότι έκανε κρύο· στεκόταν δε μαζί τους και ο Πέτρος και ζεσταινόταν» (Ιω. 18,18). Και πραγματικά ο Πέτρος ήταν ψυχρός από την αγάπη του Θεού και του διδασκάλου του, όπως λέει ο σοφός Θεοφάνης ο Κεραμέας και γι’ αυτό θερμαινόταν από τη φωτιά και από τη ζέστη του κόσμου και της σάρκας την οποία ανάβουν οι υπηρέτες του διαβόλου, η οποία κατόπιν συνέχεια εξευτελίζει και διαπομπεύει τον ταλαίπωρο αμαρτωλό και τον κάνει αρνητή του Θεού· ο Ιωάννης όμως όντας θερμός στην αγάπη του Θεού δεν χρειάσθηκε να ζεσταθεί από τέτοια καταραμένη φωτιά.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Οἱ πηγές καί ἡ σημασία τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.

Δρ. Ειρήνη Αρτέμη

Ὁ Κύριλλος σημαντικός ἐκπρόσωπος τῆς Ἀλεξανδρινῆς Σχολῆς καί σφοδρός πολέμιος τοῦ Νεστορίου ἀναδείχθηκε μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας σπουδαῖος καί δόκιμος θεολόγος[1].

Ἄλλωστε εἶναι χαρακτηριστικά τά προσωνύμια[2] πού τοῦ ἀποδίδονται καί ἀπό τά ὁποῖα διαφαίνεται ἡ ἐξέχουσα προσωπικότητά του.


Πρίν ἀπό τό ξέσπασμα τῆς Νεστοριανικῆς καί Κυρίλλειας συγκρούσεως (428-431), ἡ θεολογική καί κυρίως ἡ χριστολογική του διδασκαλία ἀποτύπωνε σέ μεγάλο βαθμό τήν ἀντίστοιχη διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου[3] καί τῶν Καππαδοκῶν. Ὁ Κύριλλος, ὅπως ὁ Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες, ἐπιμένει στήν ἑνότητα καί στήν ταυτότητα τῆς οὐσίας τῶν τριῶν Ὑποστάσεων, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τήν κοινή θέληση καί τήν κοινή ἐνέργεια αὐτῶν. Κάθε ἐνέργεια εἶναι κοινή καί στίς τρεῖς ὑποστάσεις, δηλαδή στά τρία θεῖα πρόσωπα, τά ὁποῖα εἶναι παρόντα σέ κάθε εἶδος δράσεως[4]. Προέβαλλε τήν πλήρη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ὡς ναοῦ τοῦ Θεοῦ ἤ ὡς σάρκας στήν ὁποία ἐγκατοίκησε ὁ Θεός Λόγος[5]. Κατοχυρώνει τίς ἀπόψεις του πάνω στίς διδασκαλίες προγενέστερων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας˙ «ἔσται δέ τοῦτο καί μᾶλα ὀρθῶς εἰς τοῖς τῶν Ἁγίων Πατέρων περιτυγχάνοντες λόγοις, περί πολλοῦ τε αὐτούς ποιεῖσθαι σπουδάζομεν, καί δοκιμάζοντες ἑαυτούς εἰ ἐσμέν ἐν τῇ πίστει κατά τό γεγραμμένον, ταῖς ἐκείνων ὀρθαῖς καί ἀνεπιλήπτοις δόξαις τάς ἐν ἡμῖν ἐννοίας εὔ μάλα συμπλάττομεν»[6]. Χαράζει ἔτσι τό δρόμο τῆς θεολογικῆς του σκέψεως μέ τό «ἰχνηλατεῖν»[7] πάνω στήν εὐσέβεια τῶν πατέρων αὐτῶν.

Ὁ ἀλεξανδρινός Πατήρ εἶχε μιά ἐξαιρετική γνώση τῶν Γραφῶν. Ὄχι μόνο εἶχε τήν ἄνεση νά προσεγγίζει τά διάφορα χωρία τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἀλλά καί τά χρησιμοποιοῦσε στίς διαφωνίες του ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν ἤ τῶν νεστοριανῶν. Ἔτρεφε ἰδιαίτερη ἀγάπη γιά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί γιά τό ἀποστολικό κήρυγμα. Τόν βρίσκουμε ἀκόμη νά χρησιμοποιεῖ μέ μεγάλη ἀκρίβεια αὐτά τά ὁποῖα μεταφέρει ἀπό τά βιβλικά κείμενα καί νά τούς δίνει τό πλεονέκτημα τῆς ἑρμηνείας. Ἦταν σχεδόν ἀδύνατο στό ἔργο του νά διαχωριστοῦν οἱ πατερικές πηγές ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές. Ἡ πλειοψηφία τῶν κειμένων τῶν πατέρων τά ὁποῖα αὐτός παραθέτει εἰδικά κατά τή διάρκεια τῆς νεστοριανικῆς διαμάχης δέν εἶναι τά ὑπομνήματα στή Γραφή, ἀλλά περιέχουν πολλά ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τῶν Γραφῶν καί μοιάζουν μέ θήκη στήν ὁποία φυλάσσονται πανάκριβα κοσμήματα. Ἔτσι συχνά βρίσκουμε στά ἔργα του ἐκφράσεις ὅπως: «ἡ Γραφή λέει ἤ οἱ πατέρες λένε»[8].

Ὁ Κύριλλος γνωρίζει τό πεπερασμένο τῆς λογικῆς τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ γι' αὐτό καί θεωρεῖ ἀπαραίτητο νά στηρίζουμε τά θεμέλια τῆς θεολογίας στήν ἄμεση μαρτυρία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ[9]. Μάλιστα ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐπίμονα τόνιζε ὅτι στά ὅρια τῆς λογικῆς συνειδήσεως ὄχι μόνο ἡ θεία οὐσία ἀλλά καί τά μυστικά τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκατάληπτα καί ἀνεξερεύνητα ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ὁ τελευταῖος δέ θά ἔπρεπε νά ἐρευνᾶ μέ πολλή περιέργεια νά βρεῖ αἰτίες καί ἀρχές[10]. Κατανοεῖ τό ἀπρόσιτο καί τό ἄπειρον τῆς θείας φύσεως. Συγχρόνως διαμορφώνει τή θεολογική του σκέψη βασιζόμενος στή θεολογία τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου, στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή καί σέ ἕναν σπουδαῖο παράγοντα τῆς ἀλεξανδρινῆς θεολογικῆς παραδόσεως, τόν Μ. Ἀθανάσιο[11]. Ἐπίσης σημαντική ἐπίδραση ἀσκεῖ στή θεολογία τοῦ Κυρίλλου καί ἕνας ἄλλος Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος[12].

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Μάριος Μπέγζος: Η ελευθερία ως τρόπος ύπαρξης της ζωής Μέρος πρώτο

«Καίριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της χριστιανικής θεολογίας της εποχής μας είναι ο ρεαλισμός με την έννοια ότι μετατοπίζεται το θεμέλιο της οντολογίας από την ανάγκη στην αγάπη και την ελευθερία. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ανάγκη είναι πρωτίστως θεολογική κατηγορία του προχριστιανισμού. Μεταγενέστερα υιοθετήθηκε από την κλασική φιλοσοφία και επαναβιώθηκε κατά τους Ν. Χρόνους μέσω του εκκοσμικευμένου δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Αντιθέτως η ελευθερία ήταν ανέκαθεν η κατ'εξοχήν οντολογική βάση της χριστιανικής πίστης παρά τις ιστορικές επισκιάσεις (Ιερά Εξέταση) και τις περιστασιακές εξαιρέσεις (Γαλιλαίος, Μπρούνο) που δεν αναιρούν τον κανόνα και ούτε αίρουν την Ορθοδοξία. Ανάγκη και ελευθερία θεμελιώνουν  δυο τελείως ασύμπτωτες οντολογίες, η μεν πρώτη την εξωχριστιανική, η δε τελευταία τη χριστιανική.
Η θεολογική ορθοδοξία του ιουδαιοχριστιανισμού (από τους προπάτορες του Ισραήλ ως τους Πατέρες της Εκκλησίας) είναι ο ρεαλισμός. Ο Μπόμαν διαφοροποιεί οντολογικά την εβραϊκή νοοτροπία από την ελληνική βάσει του σχήματος «δυναμικότητα-στατικότητα»: «Εάν θελήσει κάποιος να χαρακτηρίσει την ισραηλιτική σκέψη, οφείλει να υπογραμμίσει πρωτίστως το δυναμικό, ενεργητικό, περιπαθή και σχεδόν εκρηκτικό χαρακτήρα της. Στην ελληνική σκέψη ταιριάζει το στατικό, ήρεμο, μετριοπαθές και αρμονικό στοιχείο» (T.Boman, Das hebraische Denken im Vergleich mit den griechischen). Τονίζει ότι «κατά την ισραηλιτική αντίληψη όλα είναι σε αέναη, Θεός και άνθρωπος, φύση και κόσμος» και επιμένει ότι «οι Έλληνες περιγράφουν την πραγματικότητα ως Είναι, οι Εβραίοι ως κίνηση». 
Αποκαλυπτικότερος είναι ο Τρεμοντάν ο οποίος δηλώνει: «η δημιουργία, ο χρόνος, η ιδέα του προσώπου, η ιδέα της αγάπης είναι έννοιες που διαφεύγουν από τους σύγχρονους φιλοσόφους. Αυτή είναι η κύρια συμβολή της βιβλικής παράδοσης και το αντικείμενο μιας χριστιανικής φιλοσοφίας» (C. Tresmontant, Essai sur la pensee hebraique). Αποφαίνεται ότι «η βιβλική διαλεκτική χρόνου και αιωνιότητας θεμελιώνει μια μεταφυσική της ελευθερίας για την ανθρώπινη δράση και μια θεολογία, όπου ο ορθός λόγος όλων βρίσκεται μέσα στην αγάπη». Και το διευκρινίζει ως εξής: «Η βιβλική έννοια της ελευθερίας είναι η βιβλική έννοια του χρόνου...Ο Θεός δεν μας προδιαγράφει ένα έτοιμο πρότυπο το οποίο αρκεί να ακολουθήσουμε με υπακοή. Μας ζητά να είμαστε δημιουργικοί, πρωτότυποι εφευρετές της μοναδικής οδού στην οποία έχουμε κληθεί...Οι μεταφυσικές, που αρνούνται τον πραγματικό χρόνο, αρνούνται επίσης και την ελευθερία». Γι'αυτό αποκαλεί τη βιβλική σκέψη «φιλοσοφία του σπέρματος», αφού περικλείει εντός της το δυναμισμό της ελευθερίας του Γίγνεσθαι. Συνέπεια αυτού είναι ότι για πρώτη φορά ο ιουδαιοχριστιανισμός λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το πρόβλημα του κακού σε αντίθεση προς τον πλατωνισμό που εξωραϊζει αυτό αισθητικά. Μολονότι «η εβραϊκή σκέψη είναι αισιόδοξη, ωστόσο η μεταφυσική του κακού διανοίγει μια διάσταση πολύ πιο τραγική από ότι ο πλατωνισμός».

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Προσευχές νυχθημέρου

Προσευχές νυχθημέρου
Προσευχές νυχθημέρου
Τοῦ ἀρχιμ. Σαράντη Σαράντου ἐφημερίου Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου.
 
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ χώρα μας βρίσκεται κάτω ἀπό τήν πιό σκληρή κατοχή.  Ποτέ κατά τό παρελθόν δέν ξεπουλιόταν κομμάτι κομμάτι στούς ξένους, καί δή στούς Γερμανούς ἀπό τούς ἴδιους τούς δικούς μας κυβερνῆτες.  Δέν ξέρουμε τί ἔχει μείνει ἀπούλητο καί τί καί πόσο ἔχει πουληθεῖ.  
Οἱ δημοσιογράφοι καί ὅσοι ἐμπλέκονται στίς ὑποθέσεις τους καί στίς μετρήσεις τους παρουσιάζουν ψευδεῖς δεῖκτες γιά τήν ὑποτιθέμενη ἀναμενόμενη ἀνάπτυξη.  
Μέ ἀποφάσεις νομοθετικοῦ περιεχομένου γκρεμίζεται ἡ χώρα μας κάτω ἀπό τίς ὑπερβολικές πιέσεις τῶν μνημονίων, πού ὑπογράφουν οἱ προηγούμενοι καί ἐκτελοῦν οἱ ἑπόμενοι ὑπουργοί πρός βλάβην τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν.  Ὁ οἰκονομικός, ἠθικός καί πνευματικός κατήφορος τῶν κυβερνητῶν μας δέν ἔχει σταματημό.  Πέντε χιλιάδες Ἕλληνες συμπολῖτες μας ἔχουν βάλει ἄδοξο τέλος στή ζωή τους.  Καί τό κακό συνεχίζεται.  Ἀπό πουθενά δέν ὑπάρχει φῶς ἐλπίδας…  Τό μόνο πού μᾶς μένει εἶναι ἡ βαθειά καί εἰλικρινής μετάνοια γιά τά ἐγκλήματά μας.
Ἡ πολυδιάστατη τραγικότητα πού ζοῦμε καθημερινά, μετά τήν κατοχή τῆς φιλτάτης πατρίδας μας, ἀντιμετωπίζεται κυρίως μέ τίς προσευχές.
Δόξα τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ, φρόντισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας γιά τούς θεόπνευστους θησαυρούς τῆς νυχθημέρου Λατρείας, πού ἤδη ἔχει ἀποδεχθεῖ τό σύνολο τῶν πιστῶν, τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.  Παραθέτουμε τή σειρά τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν πού ἔχουν διαμορφώσει, πού ἔχουν χρησιμοποιήσει καί ἔχουν δοκιμάσει οἱ θοφώτιστοι Ἅγιοι Πατέρες γιά ὅλο τό εἰκοσιτετράωρο.  Τελώντας αὐτές τίς Ἱερές Ἀκολουθίες κατά τό δυνατόν θά ἁγιαζόμαστε, θά χαλυβδωνόμαστε μέσα στίς δυσκολότατες συνθῆκες τῆς κατοχῆς καί δέν θά σερνόμαστε ὡς παθητικοί ἀποδέκτες τῶν δεινῶν πού ἐναλλακτικά μᾶς διαποτίζουν οἱ ἄρχοντες τῆς Νέας Ἐποχῆς.

Τό πρῶτο θεόπνευστο λειτουργικό βιβλίο τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας πού περιέχει τίς αὐθεντικές ἱερές ἀκολουθίες εἶναι τό «Ὡρολόγιον τό Μέγα».  Σέ μεγάλο μέγεθος θά τό δοῦμε στό δεξιό καί στό ἀριστερό ἀναλόγιο τῶν ἱερῶν Ναῶν τῶν ἐνοριῶν μας καί τῶν ἱερῶν Μονῶν.  Σέ μικρότερο μέγεθος μποροῦμε νά τό χρησιμοποιοῦμε στά σπίτια μας λόγῳ τῶν ἐξαιρέτων λατρευτικῶν θησαυρῶν πού περιέχει.
Καταγράφουμε μέ τή σειρά τίς ἱερές Ἀκολουθίες πού ἀπο­τελοῦν τίς προσευχές τοῦ νυχθημέρου.   Βασίζονται στήν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πού ζητάει ἀπό ὅλους τούς συνειδητούς χριστιανούς «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι», ἀκατάπαυ­στα δηλαδή νά προσεύχονται.

Πρωϊνή ἤ ἑωθινή προσευχή.
Τό «Βασιλεῦ οὐράνιε», τό «Τρισάγιο», τρία τροπάρια καί δύο εὐχές προετοιμάζουν τόν πιστό νά ἀνοίξει τά μάτια του ἀπό τή χαλαρότητα τοῦ ὕπνου, πού προηγήθηκε, καί νά ἐνεργοποιηθεῖ στήν ἐν Χριστῷ προσευχή.

Μεσονυκτικό.
Εἶναι μιά πλήρης κατανυκτική Ἀκολουθία πού συντονίζει ὁλόκληρη τήν προσωπικότητα τοῦ πιστοῦ.  Συνενώνει χαρισματικά ὅλο τό συναισθηματικό του κόσμο, τή λογική του, τή «λεπτή προσοχή του», κατά τόν ἱερό Δαμασκηνό, τή βούλησή του, τή διάθεσή του, τή μνήμη του, τήν ἀντιληπτική του ἱκανότητα γιά να προσέχει καί νά κατανοεῖ τά ἀναγινωσκόμενα ἤ τά ἀκροώμενα.
Τρεῖς εἶναι οἱ βασικές μορφές τοῦ Μεσονυκτικοῦ:
Τό καθ’ ἡμέραν. Τό διαβάζουμε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή.
Τοῦ Σαββάτου. Τό διαβάζουμε κάθε Σάββατο.
Τῆς Κυριακῆς. Τό διαβάζουμε κάθε Κυριακή, ἄνευ ἄλλης ἑορτῆς.  Ἐπίσης ὑπάρχει τό μεσονυκτικό τῆς Κυριακῆς κατά τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου καί τοῦ Πεντηκοσταρίου.
Καθ’  ὅλην τήν ἑβδομάδα, ἄν συμπέσει Θεομητορική ἑορτή ἤ μνήμη ἑορταζομένου ἁγίου, διαβάζεται ἀντί τοῦ μεσονυκτικοῦ ἡ Λιτή τῆς ἑορτῆς.
Στό καθ’ ἡμέραν Μεσονυκτικό ἐξαιρετική σημασία ἔχει ὁ 118ος ψαλμός πού ὀνομάζεται «Ἄμωμος».  Εἶναι ὁ μεγαλύτερος ψαλμός τοῦ προφητάνακτος Δαυίδ καί ἀποτελεῖ δυνατή εὐχαριστία τοῦ συνειδητοῦ πιστοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πρός τόν παντοδύναμο Θεό.  Παρέχει ὁριστικές ὑποσχέσεις, ὅτι θά εἶναι πιστός τηρητής τῶν νόμων τοῦ Θεοῦ καί τῶν δικαιωμάτων Του πάνω στή ζωή του.  Εἶναι τόσο σημαντικός ὁ ψαλμός αὐτός, ἀποτελούμενος ἀπό 175 στίχους, ὥστε διαβάζεται καθημερινά εἴτε ὡς ψαλμός τοῦ Μεσονυκτικοῦ, εἴτε ὡς κάθισμα στήν ἀρχή τοῦ  Ὄρθρου.  Ἡ λέξη δικαιώματα κατά τόν προφητάνακτα δηλώνει τή μεγάλη ἀγάπη τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ πάνω στή ζωή μας καί τήν ἀναγνώριση αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων ἐκ μέρους τῶν πιστῶν.  Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα αὐτόνομο ὄν καί ἀπολύτως ἀνεξάρτητο, ἀλλά ἐκλεκτό δημιούργημα τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ πού ἀποτελεῖ καί τήν κορωνίδα ὅλης τῆς δημιουργίας.
Ἐκλεκτά τροπάρια καί κατανυκτικές εὐχές ἐκφράζουν τήν εὐγνωμοσύνη μας πρός τόν ἐν Τριάδι «Ὕψιστο» Θεό.  Ὑπάρχουν ἐπίσης οἱ πιό κατάλληλες καί ταπεινές ἐπικλήσεις στό ἄγιο ὄνομά Του, γιά νά ἀξιωθοῦμε τοῦ θείου ἐλέους καί τῆς πλήρους ἐν Κυρίῳ μετανοίας.
Εἶναι αὐτονόητο γιά τή χριστιανική συνείδηση, ὅτι δέν λησμονοῦμε στίς προσευχές μας τούς κεκοιμημένους μας.  Στό τέλος τοῦ μεσονυκτικοῦ λέγεται χαρακτηριστικά τό τροπάριο πού ἄρχε­ται μέ τή φράση: «Μνήσθητι Κύριε» καί μέ ἀντίστοιχη συγχωρητική εὐχή μέ τήν παραπάνω φράση καί ἐκ βαθέων παράκληση πρός τόν ἐν Τριάδι Θεό μας νά συγχωρήσει τούς μεταστάντας ἐξ ἡμῶν καί ἐμᾶς πού βρισκόμαστε ἀκόμα στό σκληρό ἀγώνα τῆς παρούσης ζωῆς.  Εὐχόμαστε τέλος νά μᾶς ἑνώσει ὅλους στήν πανευφρόσυνη οὐράνια Βασιλεία Του.

Ὄρθρος
Εἶναι ἡ σπουδαιότερη Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ νυχθημέρου.  Περιλαμβάνει ὅλη τήν ἁγιοπνευματική χάρη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ τόν Ἑξάψαλμο, τά Καθίσματα τοῦ ψαλτηρίου καί τά ἄλλα λατρευτικά κείμενά της πού προμήνυαν τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου.
Ἡ ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ἐτελεῖτο πάντοτε στά τελειώ­ματα τῆς νύχτας καί στίς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Σωτήρας μας "ἔκλινεν Οὐρανούς καί κατέβη" μετά τό πηχτό σκοτάδι τῆς πανανθρώπινης ἀποστασίας φέρνοντας τό πιό γλυκό φῶς, τό Φῶς τῆς θεανθρώπινης παρουσίας Του κοντά στόν ἄνθρωπο.  Ψαλλομένης τῆς Δοξολογίας στό τέλος τοῦ ὄρθρου ἀρχίζει νά διαφαίνεται τό πρῶτο φῶς τῆς ἡμέρας, γιαυτό σύμπασα ἡ λατρευτική κοινότητα τῶν πιστῶν ξεσπᾷ στήν ἀναφώνηση «Δόξα Σοι τῷ δείξαντι τό Φῶς».
Μύχιος ἱερός πόθος μας εἶναι νά ξεπερνᾶμε τά σκοτάδια τῆς νεοεποχίτικης ἀλαζονίας μας καί νά μαθητεύουμε παρά τούς πόδας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μόνου ἀληθινοῦ Θεανθρώπου, ζῶντας πάντοτε σέ μιά ἀσίγαστη Ὀρθρινή Δοξολογία.
Οἱ θεόπνευστοι ὑμνογράφοι μέ τίς γνώσεις τους καί τίς ἐν Χριστῷ ἐμπειρίες τους μέ τά Καθίσματά τους, τούς ὑμνολογικούς κανόνες τους, τούς Αἴνους καί τίς Δοξολογίες τους, φέρνουν τούς πιστούς πολύ κοντά στήν Παναγία μας, στούς ἔνδοξους Ἁγίους μας καί στήν ἐνατένιση τῆς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας, τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ἀληθινή Δοξολογία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἱερουργεῖται σέ κάθε Ὄρθρο, μέσα στά Ἱερά Μοναστήρια καί στίς Ἅγιες Ἐνορίες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἀνά τήν Οἰκουμένη.
Ταπεινοί Λειτουργοί - Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι – τελε­σιουργοῦμε καθημερινά μέ μεγάλη προσοχή στά λόγια καί στό τυπικό, τήν Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου.  Γιαυτό ὁ Ὄρθρο σχεδόν ποτέ δέν παραλείπεται, ἀλλά τελεῖται πρό τῆς θείας Λειτουργίας, ὡς ἡ ἄριστη προετοιμασία γιά τή Θεία Λειτουργία καί τή θεία Κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τό Σωτήρα Χριστό.
Μαζί λαϊκοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, οἰκογένειες, οἱ ἐνορίτες, ὅλων τῶν ἡλικιῶν, εὐφραινόμαστε καθημερινά ἀπό τά ἀριστουρ­γήματα τῆς Ὀρθρινῆς ἀλλά καί συμπάσης τῆς θείας λατρείας μας.
Δέν μᾶς κάνει καρδιά νά ἀλλάξουμε ἰῶτα ἕν καί μία κεραία, οὔτε νά προσθέσουμε, οὔτε νά ἀφαιρέσουμε οὔτε ἀπό τόν ἀριστο­τεχνικό λόγο, οὔτε ἀπό τό μέλος, ἀφοῦ τά πάντα καλῶς διέταξαν, εὐσχημόνως, ἐπιστημόνως καί κατά τάξιν, οἱ θεόπνευστοι Ἅγιοι Ὑμνογράφοι μέ τίς πολλές πρεσβεῖες τῆς Κυρίας Θεοτόκου, σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἀπ' αἰῶνος εὐαρεστήσασι τῶ Κυρίῳ καί μέ τήν ὁλόθυμη συμφωνία τῶν ἀνά τούς αἰῶνες Χριστιανικῶν γενεῶν.
Ἡ Μοναδικότητα τοῦ θεανδρικοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τελικά τή μοναδική ἐλπίδα κάθε ἀνθρώπου γιά νά γλυτώνει ἀπό τήν ὀλέθρια ἀλλοτρίωση καί νά ἐγκαινιάζει μέσα του καί γύρω του τό νέο ἐν Χριστῷ πανευτυχῆ καί μακάριο τρόπο ζωῆς, ὥστε ὁ Χριστός νά γίνει ὁ πιό φαεινός Ὄρθρος τῆς ζωῆς μας.

Ὧρες
Ἡ ἱερά ἀκολουθία τῶν Ὡρῶν ἀποτελεῖται ἀπό τέσσερις μικρές, δεκάλεπτες ἤ δεκαπεντάλεπτες ἀκολουθίες μέ ὀνόματα Πρώτη, Τρίτη, Ἔκτη καί Ἐνάτη.  Ἀντιστοιχοῦν ὡρολογιακά μέ τίς ἕξι τό πρωί, μέ τίς ἐννέα, δώδεκα τό μεσημέρι καί τρεῖς τό ἀπόγευμα.

Πρώτη Ὥρα.
Ἡ κάθε μιά ὥρα ἄρχεται μέ τρεῖς ψαλμούς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τό Ἀπολυτίκιο καί τό Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς.  Στό τέλος διαβάζεται μιά ὑπέροχη καταληκτική εὐχή ἀπευθυνόμενη «εἰς τόν Χριστόν, τό φῶς τό ἀληθινόν, τό φωτίζον καί ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον».  Κατά τή Μεγάλη Σαρακοστή στό μέσο τῆς πρώτης ὥρας ὑποψάλλεται ὁ ψαλμικός στίχος «Τό πρωΐ εἰσάκουσον τῆς φωνῆς μου ὁ Βασιλεύς μου καί ὁ Θεός μου» ὁ ὁποῖος καί δίνει τό κεντρικό νόημα αὐτῆς τῆς ὥρας.

Τρίτη Ὥρα
Ἡ Τρίτη ὥρα ἔχει τήν ἴδια δομή.  Κατά τή Μεγάλη Σαρακοστή τό βασικό τροπάριο πού παρέχει τό κεντρικό νόημα τῆς τρίτης ὥρας εἶναι τό «Κύριε, ὁ τό Πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐν τῇ Τρίτη ὥρα τοῖς Ἀποστόλοις σου καταπέμψας, τοῦτο Ἀγαθέ, μή ἀντανέλῃς ἀφ’  ἡμῶν, ἀλλ’ ἐγκαίνισον ἡμῖν τοῖς δεομένοις σου».  Ἡ τελευταία εὐχή ἀπευθύ­νεται στόν Πατέρα Παντοκράτορα, στό Μονογενῆ Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ καί στό Πανάγιο Πνεῦμα.  Οἱ πιστοί ἀναγνωρίζουν τή μοναδικότητα τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ καί τοῦ ζητοῦν τό φωτισμό τῆς ἀκτίστου Χάριτος, γιά νά μή μπερδεύονται μέ τούς ψεύτικους Θεούς.

Ἕκτη Ὥρα.
Ἡ ἕκτη ὥρα ἔχει τήν ἴδια δομή μέ τίς προηγούμενες.  Τρεῖς ψαλμοί, τό Ἀπολυτίκιο καί τό Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς καί τό βασικό τροπάριο πού λέγεται κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, πού δίνει τό κεντρικό νόημα τῆς ἕκτης ὥρας μᾶς λέγει «Ὁ ἐν ἕκτῃ ἡμέρᾳ τε καί ὥρᾳ τῷ Σταυρῷ προσηλώσας τήν ἐν τῷ παραδείσῳ τολμηθεῖσαν τῷ Ἀδάμ ἁμαρτίαν καί τῶν πταισμάτων ἡμῶν τό χειρόγραφον διάρρηξον, Χριστέ ὁ Θεός, καί σῶσον ἡμᾶς».
Ἡ ἐξαίρετη καταληκτική εὐχή ἄρχεται μέ τίς φράσεις «Θεέ καί Κύριε τῶν Δυνάμεων…».  Τό περιεχόμενο τῆς εὐχῆς εἶναι μιά βαθιά ἱκεσία τῶν πιστῶν γιά νά μᾶς ἀπαλλάξει ὁ Κύριος «ἀπό τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν καί ἀπό παντός ὀλεθρίου καί σκοτει­νοῦ παραπτώματος».  Ἰδιαιτέρως ζητοῦμε ἀπό τόν Κύριο νά καταγλυκάνει τίς καρδιές μας μέ τή θεϊκή Του ἀγάπη γιά νά ἐπιτευχθεῖ καί ὁ ἐπί γῆς ἁγιασμός μας, ἀλλά καί νά γίνουμε ὄντως μέτοχοι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.  Ὅλα αὐτά λέγονται στίς δώδεκα τό μεσημέρι, ὥρα ὁριακή, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριός μας, κρεμάμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἔδινε τόν τελευταῖο μαρτυρικό Του ἀγώνα, πανέτοιμος νά κατέλθει στόν πικρό καί θεοσκότεινο ᾍδη, γιά νά ἐλευθερώσει τό γένος μας ἀπό τήν προαιώνια τυραννία του.

Ἐνάτη Ὥρα
Τελεῖται καί συνάπτεται μέ τήν Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ.  Ἡ ἐνάτη κατακλείει λειτουργικά τήν ἡμέρα, εἶναι ἡ τελευταία ἀκολουθία της, γιαυτό μνημονεύεται στήν ἀπόλυσή της ὁ τιμηθείς Ἅγιος γιά τελευταία φορά.  Ἀρχή τῆς νέας ἡμέρας εἶναι ἡ ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ.  Ἑνάτη ὥρα καί ἑσπερινός συνενώνουν τό λατρευτικό χρόνο τοῦ νυχθημέρου σέ μιά λειτουργικά ἀσίγαστη ἀναφορά τῆς νυχθημέρου ἀσταμάτητης προσευχῆς πρός τόν ἐν Τριάδι ἀληθινό Θεό.
Ἡ ἐνάτη ὥρα ἄρχεται μέ τρεῖς μεσιανικούς ψαλμούς πού ἐκφράζουν τόν ἱερό πόθο τοῦ πιστοῦ καί συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας νά βρίσκεται ἀδιαλείπτως κοντά στό Σωτήρα Χριστό.  Ἀκολουθοῦν τροπάρια πού δηλώνουν τή θυσία τοῦ Κυρίου μας γιά χάρη μας μέ χαρακτηριστικότερο ὅλων κατά τή Μεγάλη Σαρακοστή «Ὁ ἐν τῇ ἐνάτῃ ὥρᾳ δι’ ἡμᾶς σαρκί τοῦ θανάτου γευσάμενος, νέκρωσον τῆς σαρκός ἡμῶν τό φρόνημα Χριστέ ὁ Θεός, καί σῶσον ἡμᾶς».  Μποροῦμε καί μεῖς νά ἀποκτήσουμε ὡς ἀγωνιζόμενα ἐν Χριστῷ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τή ζωοποιό νέκρωση τοῦ Κυρίου μας στή ζωή μας.  Ἔτσι μεταλλάσσεται τό μεταπτωτικό ἁμαρτωλό φρόνημά μας σέ ταπεινό, χαρισματικό καί ἀνδρώδη ἐν Χριστῷ τρόπο ζωῆς.

Ἑσπερινός
Εἶναι ἡ πρώτη Ἀκολουθία τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου.  Τελεῖται καί ἐπισυνάπτεται μέ τήν ἐνάτη ὥρα.
Ἡ Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ ἄρχεται μέ τό «Εὐλογητός ὁ Θεός» ὅπως καί οἱ περισσότερες Ἀκολουθίες.  Ὁ προοιμιακός 103ος  Ψαλμός δηλώνει τό θαυμασμό τοῦ ψαλμωδοῦ, ἀλλά καί μέσῳ αὐτοῦ κάθε πιστοῦ καθώς ἀναλογίζεται τά θαυμάσια τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.  Τελειώνοντας ἡ ἡμέρα μέ τόν κόπο της καί τόν σκληρό ἀγώνα γιά τήν ἐπιβίωση, βρίσκει τόν κατακουρασμένο ἄνθρωπο νά κάθεται λίγο νά ξαποστάσει.  Εἶναι ἱκανοποιημένος ὁ κοινός μέσος ἄνθρωπος, γιατί δέν ἔμεινε ἀργός, γιατί δέν πέρασε ἡ ἡμέρα του στή ματαιότητα, ἀλλά κατάφερε νά ἀποκομίσει τά πρός τό ζῆν.  Ἀναπαυμένος ἐν συνειδήσει ὅτι ἐξεπλήρωσε τίς βασικές του ὑποχρεώσεις γιά τήν ἐπιβίωση, στρέφει τά μάτια του στά μεγαλεῖα τῆς φύσεως, στή ζωή τῶν μικρῶν καί μεγάλων θηρίων, τῶν ἀπέρα­ντων θαλασσῶν, ἀτενίζει τόν ἔναστρο οὐρανό καί ἐκπλήσσεται μπροστά στά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ.  Κατευχαριστημένος γιατί ὁ Πανάγαθος καί Παντοδύναμος Θεός τοῦ κατασκεύασε ἕνα ὑπέροχο οἰκοσύστημα, ἀναφωνεῖ ἔνθους «Ὡς ἐμεγαλύνθη τα ἔργα Σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας!».
Στίς ἀγρυπνίες τῶν Δεσποτικῶν, τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν ἤ Μεγάλων ἑορταζομένων Ἁγίων ὁ προοιμιακός  ψαλμός, μετά ἀπό τό στίχο «Ἀνοίξαντός Σου τήν χείρα τά σύμπαντα…» συμψάλλεται μέ τριαδικούς στίχους σέ ἦχο πλάγιο τοῦ Δ΄.  Δημιουργεῖται στό χριστεπώνυμο πλήρωμα μεγάλη κατάνυξη καί ἀπέραντη πνευματική ἐν Χριστῷ ἀγαλλίαση.
Ἀκολουθοῦν τά εἰρηνικά ἀπό τό Διάκονο.
Οἱ χοροί ψάλλουν τό «Κύριε ἐκέκραξα…» καί τό «Κατευθυνθήτω».  Ἀκολουθοῦν τά στιχηρά τροπάρια, μερικά ἀπό τήν Παρακλητική καί μερικά ἀπό τά Μηναῖα.
Τά στιχηρά αὐτά τροπάρια μᾶς φέρνουν πιό κοντά στό Χριστό, στήν Κυρία Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους.  Ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἡ θριαμβεύουσα καταδέχεται νά καταβαίνει στή μικρότητά μας, στήν ἀσύλληπτη φτώχια μας καί νά ἁγιάζει ὅλα τά ἀνθρώπινα.  Ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί χάριτι Χριστοῦ ἀνακουφιζόμαστε ἀπό τά ἱερά λόγια τῶν τροπαρίων και ἀπό τό γλυκύτατο θεῖο μέλος τους.  Ἀναπνέουμε λίγο ἀπό τά θυμιάματα τοῦ Παραδείσου, πού μᾶς χαρίζουν ὡς δῶρα οἱ ἅγιοι ἄγγελοι καί οἱ ἑορταζόμενοι Ἅγιοι.
Στό μέσο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ τό «Φῶς Ἰλαρόν», ἀρχαιότατος ὕμνος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας μᾶς ἑνώνει μέ τά ἑκατομ­μύρια τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων καί μᾶς τρανώνει τήν πίστη μας στόν Ἰησοῦ Χριστό πού λάτρευσαν καί λατρεύουν ὅλοι οἱ Χριστιανοί.  Τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνεται τήν ὕψιστη εὐγνωμοσύνη καί δοξολογεῖ τό Χριστό γιά τή Σάρκωσή Του καί τή Σταύρωσή Του, τήν Ἀνάστασή Του, τήν Ἀνάληψή Του καί τήν ἐκ Δεξιῶν Καθέδρα Του μετά τοῦ Πατρός Του μέ ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση μας γιά πάντα μαζί Του.
Ἀκολουθοῦν ἡ «ἐκτενής», τά «πληρωτικά» καί τά ἀπόστιχα τροπάρια μαζί μέ τά ὑπέροχα καί ἀριστουργηματικά δοξαστικά πού συμπληρώνουν τή λατρεία τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, τῆς Κυρίας Ἀειπαρθένου Θεοτόκου καί τῶν μυριάδων δοξασμένων Ἁγίων μας.
Ἔχει συμβεῖ σέ Ἑσπερινούς νά ἀποκαλύπτεται κάτι ἀπό τά θεϊκά Μεγαλεῖα σέ μικρά ἀθῷα παιδιά ἤ σέ ἀνθρώπους λυωμένους ἀπό τίς δοκιμασίες πού παραχωρεῖ ὁ Μεγαλυδύναμος ἤ σέ ἄκρως ταπεινούς ἁγιασμένους ἀνθρώπους.
Ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά ἀναφέρουμε κάτι ἀπό τόν Ἅγιο Γέροντα π. Παΐσιο.  Ὅταν μετακόμισε στό κελλάκι του, στήν Παναγούδα, ἔψαχνε μέσα στίς κοῦτες μέ τά λιγοστά πραγματάκια του νά βρεῖ τό Μηναῖο καί τά γυαλιά του, γιά νά δεῖ ποίου Ἁγίου ἔρχεται ἡ ἑορτή.  Ἐπειδή γιά ἀρκετή ὥρα δέν τά εὕρισκε, ἄρχισε μέ τό κομποσχοίνι νά ἐπικαλεῖται τόν ἄγνωστο ἅγιο… Μέχρι πού ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ κελλιοῦ του καί παρουσιάστηκε ὁ ἑορταζόμενος Ἅγιος, τοῦ αὐτοσυ­στήθηκε καί τοῦ ἀπεκάλυψε τό ὄνομά Του.  Ἦταν ὁ Ἅγιος Λουκιλλιανός.

Ἀπόδειπνο.
Ἡ τελευταία Ἱερά Ἀκολουθία τῆς ἡμέρας εἶναι τό Ἀπόδειπνο.  Τίς περισσότερες ἡμέρες τοῦ χρόνου τελεῖται τό μικρό Ἀπόδειπνο μέσα στούς ἱερούς κόλπους τοῦ ὁποίου, φιλοξενοῦνται οἱ Χαιρετισμοί τῆς Παναγίας.  Πίστη καί βεβαιότητα τῶν μοναχῶν τῆς ἁγίας ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας εἶναι, ὅτι οἱ καθημερινῶς ἀναφερόμενοι θεοχαρίτωτοι Χαιρετισμοί στό πρόσωπο τῆς Παναγίας Μητέρας ἑλκύουν ἔτι περισσότερο τήν ἁγία πρόνοιά Της καί τήν Προστασία Της.  Τήν καθιστοῦν συμπαθέστατη συνήγορό μας στή μέλλουσα  κρίση.  Αὐτή ἡ βεβαιότητα κληροδοτήθηκε ἀπό τούς ἁγίους μοναχούς στό πλήρωμα τῶν ἐν τῷ κόσμῳ πιστῶν.
Τίς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀντί τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου τελεῖται τό Μέγα Ἀπόδειπνο.  Τό Μικρό Ἀπόδειπνο ἀποτελεῖ ἐπιτομή καί περίληψη τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου.  Γιαυτό θά ἀναφερθοῦμε περισσότερο στό Μέγα Ἀπόδειπνο, ἀφοῦ ἐξυπα­κούεται ὅτι, ὅ,τι ἀναφέρεται γιά τό Μέγα Ἀπόδειπνο, ἰσχύει καί γιά τό Μικρό.

Μέγα Ἀπόδειπνο.
Τό Μέγα Ἀπόδειπνο δέν μοιάζει κατά τό πρῶτο μέρος του, μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο. Tό τελευταῖο ἕνα τρίτο σχεδόν ταυτίζεται μέ τό Μικρό Ἀπόδειπνο.  Ἑπομένως τό Μικρό καί τό Μεγάλο Ἀπόδειπνο συμπλέουν καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ χρόνου καί προσπαθοῦν ἔτσι καί τά δύο κατά τήν διάρκεια τῆς νύκτας νά ἁγιάζουν ὅλον αὐτόν τόν χρόνο, νά ἁγιάζουν τό νοῦ μας, τήν καρδιά μας, τήν ψυχή μας, τό σῶμα μας, ἔστω καί ἄν αὐτό βρίσκεται σέ μιά νωχελικότητα, σέ μιά ἀνάπαυση ἤ ξεκούραση. Οἱ εὐχές τοῦ Μικροῦ καί τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου μᾶς βοηθοῦν, ὥστε ὁ χρόνος τῆς νύκτας νά μήν περάσει μέ φαντασίες, νά μήν εἶναι μιά συνέχεια τῶν κακῶν πληροφοριῶν καί τῶν κακῶν μηνυμάτων τῆς ἡμέρας, ἀλλά ἐκεῖ, στό Ἀπόδειπνο νά σταματήσει ἡ κακία τῆς ἡμέρας καί νά ἀρχίσει μία νηπτικότερη καί νηφαλιότερη κατά Χριστόν πνευματική ζωή.
Στήν ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου ἔχουμε τούς ἕξι πρώτους ψαλμούς, (4ο, 6ο ,12ο ,24ο, 30ό καί 90ό) οἱ ὁποῖοι ὅπως καί ὁ ἑξάψαλμος τοῦ Ὄρθρου, προσπαθοῦν νά μᾶς φέρουν εἰς ἑαυτον, νά μπορέσουμε νά συγκεντρωθοῦμε καί νά ἑνοποιηθοῦμε ὡς προσωπικότητες.  Καί ἀφοῦ στοιχειωδῶς γίνει αὐτό, νά ἀρχίσει ἕνας διάλογος μέ τή βοήθεια τοῦ ψαλτηρίου, ἕνας διάλογος μέ τό Θεό.  Τό ψαλτήριο καί εἰδικά αὐτοί οἱ ἕξι ψαλμοί μᾶς βοηθοῦν νά κάνουμε αὐτόν τό διάλογο πιό συγκεκριμένο, πρῶτον ὡς μία αὐτοκριτική καί μιά ἀνασκόπηση τῆς ἡμέρας καί δεύτερον νά μᾶς βοηθήσουν νά ἀξιοποιήσουμε πνευματικῶς καί τή νύχτα.
Μετά ἀπό τούς ἕξι αὐτούς ψαλμούς ἔχουμε τούς στίχους οἱ ὁποῖοι μᾶς φέρνουν μπροστά μας ὅλη τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας.  Μᾶς φέρνουν μπροστά στό Χριστό μας, στήν Παναγία καί στίς ἐπί μέρους κατηγορίες τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τούς ὁποίους ἐπικαλούμαστε.  Ζητοῦμε τή βοήθειά τους, ὥστε αὐτό τό διάστημα πού ἀρχίζει μετά τό δεῖπνο, καί φυσικά μέσα σ’ αὐτό θά περιλαμβάνεται ὁ περισσότερος χρόνος τοῦ ὕπνου, νά ὑπάρχει αὐτή ἡ ἐκκλη­σιολογική συνείδηση, νά κοιμηθοῦμε πιστεύοντας ὅτι δέν εἴμαστε μόνοι, ὅτι δέν εἴμαστε ἀπομονωμένοι. Καί ἐφ’ ὅσον ἐρχόμαστε κοντά μέ τούς Ἁγίους μας καί ζητοῦμε τή βοήθειά τους, ἀσφαλῶς φεύγει ὁ παράλογος φόβος πού προκαλεῖ ἡ νύκτα.  
Ἀρχίζει πλέον μιά χαρισματική ἐπικοινωνία μέ τόν ἅγιο Ἄγγελο τῆς ζωῆς μας, μέ τούς Ἁγίους μας, μέ τόν τιμώμενο Ἅγιο πού ἤδη ἔχει ἀρχίσει νά μνημονεύεται ἀπό τόν Ἑσπερινό πού προηγήθηκε τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἀποδείπνου.  Ἑπομένως κοιμόμαστε ὄχι μέ αὐτό τό αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς, εἶμαι μόνος καί ἔρημος στόν κόσμο, δέν μέ καταλαβαίνει κανείς, δέν μέ καταλαβαίνει ὁ σύντροφός μου, δέν μέ καταλαβαίνουν τά παιδιά μου, δέν μέ καταλαβαίνουν οἱ συνεργάτες μου, εἶμαι μόνος.   
Ἄν τό Ἀπόδειπνο γίνει μέ τήν ἐπιστράτευση τῆς λεπτῆς προσοχῆς μας, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Δαμασκηνό, τῆς ἐσωτερικῆς προσοχῆς μας, εἶναι ἀδύνατο νά κοιμηθοῦμε καί νά ἔχουμε τό αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς.  
Δέν θά ἔχουμε τούς φόβους πού πάρα πολλοί ἄνθρωποι ἔχουν καί δέν μποροῦν νά περάσουν τίς νύχτες τους καί γιαυτό χρησιμοποιοῦν τά διάφορα φάρμακα, ὑπνωτικά καί ἀγχολυτικά, γιά νά μπορέσουν νά ἔχουν κάποιον ὕπνο, δηλαδή λήθη τῆς ζωῆς. Γιατί τά ὑπνωτικά φάρμακα καί τά ἀγχολυτικά δέν κάνουν τίποτα ἄλλο, παρά νά νεκρώνουν τό χρόνο, νά νεκρώνουν τή δραστηριότητα, νά νεκρώνουν τή μνήμη τοῦ ἀνθρώπου καί νά μᾶς ἀφαιροῦν πολυτιμότατες ἐμπειρίες ζωῆς, πού μποροῦμε νά ἔχουμε καί κατά τή διάρκεια τοῦ ὕπνου.  
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας γνωρίζει πάρα πολύ καλά λοιπόν τίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς μας καί αὐτό φαίνεται ἀπό αὐτά τά ἀντιπροσωπευτικότατα κείμενα τοῦ Μικροῦ καί τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου.  Πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι τιμη­μένος μέ πάρα πολλά χαρίσματα.  Αὐτά τά χαρίσματα ἐξυπακούε­ται, ὅτι πρέπει νά τά καλλιεργοῦμε κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας, ἀλλά καί τῆς νύχτας.  
Ἀκουμπᾶμε τόν ἑαυτό μας στό κρεβάτι, τό νοῦ μας καί τήν ψυχή μας τήν ἀκουμπᾶμε στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί προσπαθοῦμε ἔτσι νηφάλιοι καί εἰρηνικοί, ἀναπαυόμενοι στή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἔχουμε αὐτήν, ὅπως εἴπαμε, τήν ἀμυδρή ἔστω βεβαιότητα, ὅτι δέν εἴμαστε μόνοι ἀλλά συντροφευόμαστε ἀπό τήν Ἄκτιστη Θεία Χάρη.
Στό σημεῖο αὐτό ἄς ἐνθυμηθοῦμε κάτι πού ἔλεγε ὁ γέροντας Παΐσιος, ὅταν πρωτοπῆγε στό Ἅγιον Ὄρος, στό καλύβι του καί ἔμεινε μόνος του.  Κάποια στιγμή τόν πείραξε ὁ λογισμός, ὅταν νύχτωσε.  Ὁ πονηρός φυσικά τοῦ ὑπέβαλε κάποια φοβία καί τοῦ εἶπε, μά εἶσαι μόνος.  Ἄν ἐμφανισθοῦν κάποιοι κακοποιοί, ἄν κάποιοι λῃστές ἔρθουν καί θελήσουν νά παραβιάσουν τό κελλί σου τί θά κάνεις;  Καί σχεδίαζε μέ τό νοῦ του νά βάλει κάποια κλειδωνιά, ἀλλά καί πάλι δέν ἱκανοποιεῖτο ὁ λογισμός.  Μετά σκεφτόταν νά βάλει μιά μπάρα, ἀλλά καί πάλι ὅσο ἄφηνε περιθώρια στό λογισμό, τόσο περισσότερο κυριευόταν ἀπό τό φόβο.  Μετά σκέφτηκε νά βάλει καί δεύτερη μπάρα καί ἐκείνη τή στιγμή αὐξήθηκε ἡ ἀγωνία καί κατάλαβε ἀπό τήν ἀγωνία τουλάχιστον, ὅτι ὅλα αὐτά πού σκέφτεται εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Ό απρόσκλητος επισκέπτης Δεκεμβρίου 29, 2010 — anaxoriti


Μια μέρα ο Π. Αγλάιος μετά την τακτική του προσευχή, κάθονταν με το κομποσχοίνι στο χέρι έξω από το «Κάθισμα», εκεί που διαλογίζονταν τα κρίματα του Θεού και έλεγε την ευχή, είπε μέσα του πώς αν θέλει ο Θεός μπορεί να του δώσει την υγειά του. Ξαφνικά βλέπει ένα ζαρκάδι αρκετά μεγάλο, πήγε κοντά του και αφού έσκυψε, σε ένδειξη σεβασμού, μέχρι την γη το κεφάλι του, έπεσε κάτω και άρχισε να σπαράζει όλο του το σώμα.
Ο Πάτερ Αγλάιος φοβήθηκε μήπως ψοφήσει κι έτρεξε στο Μοναστήρι, φώναξε τους Πατέρες και τον Κηπουρό που ήταν κοσμικός, ο οποίος άμα είδε το ζώο να σφαδάζει αμέσως το έσφαξε, το καθάρισε και οι Πατέρες της Μονής ώρισαν στον Πατέρα Αγλάιον να το μαγειρεύει λίγο λίγο και να καταλύσει να τρώει από το κρέας αυτό, διότι το έστειλε ο Θεός, σαν φάρμακο για να θεραπευθεί η αρρώστια του.
Ο Μοναχός Αγλάιος κάνοντας υπακοή στον ηγούμενο και τους Πατέρες της Μονής, κατέλυσε από το κρέας του ζώου τούτου. (Επειδή στα Κοινόβια Μοναστήρια απαγορεύεται η κατάλυση κρέατος και ως εκ τούτου ουδέποτε παρατίθεται κρέας στην κοινή τράπεζα, αλλά εάν κανείς από τους αδελφούς ασθενήσει, κατ’ οικονομίαν επιτρέπεται η κατάλυση κρέατος έξω του Μοναστηρίου στα «Καθίσματα», στα εργατόσπιτα και στα Κελλιά με αγροκτήματα).
Έτσι με το κρέας αυτό που λίγο λίγο κατέλυσε ο Μοναχός Αγλάιος, μέχρις ότου τελειώσει όλο το κρέας, έγινε κι αυτός τελείως καλά, αποθεραπεύτηκε από την αρρώστια του και μέχρι σήμερα χαίρει άκρας υγείας και δοξάζει μέρα – νύχτα τον Κύριον της δόξης, διηγούμενος το εξαίσιο αυτό θαύμα, που η θεία Πρόνοια οικονόμησε σαν μέσο να τον θεραπεύσει.
Ας σημειωθεί δε πως στο ένα θαύμα αυτό, δηλαδή να έρθει το ζώο μόνο του και να παραδοθεί στον ασθενή, ακολούθησε κι άλλο θαύμα επίσης σπουδαίο και υπερφυσικό. Διότι για να φάει το κρέας του ζαρκαδιού αυτός μόνος του ο Π. Αγλάιος χρειάστηκε να περάσουν περισσότερες από σαράντα ημέρες και σ’ όλο αυτό το διάστημα το κρέας χωρίς ψυγείο ουδεμία αλλοίωση έπαθε, σε εποχή καλοκαιριού, αλλά μέχρι και το τελευταίο κομμάτι έμεινε φρέσκο, όπως ήταν και κατά την πρώτη ημέρα που σφάγηκε το ζώο!! Θαυμαστά λοιπόν και ανεξερεύνητα είναι τα κρίματα του Θεού!!
Η θεία συγκατάβαση του Πανάγαθου Θεού, η πρεσβεία και ιδιαίτερη φροντίδα της Παναγίας Μητρός του Κυρίου και θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού είναι τόσο φανερή στους αγιορείτες Μοναχούς, που κάθε Μοναστήρι, κάθε Κελλί και κάθε Καλύβα στις Σκήτες, στα Ησυχαστήρια, στα Ερημητήρια και στα απόμερα Σπήλαια ακόμη κρύβονται, αλλά και γίνονται κάθε ήμερα και κάθε ώρα πολλά θαύματα και με μυστηριώδη τρόπο, η χάρις και το έλεος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατεργάζεται την σωτηρία των ψυχών αυτών, που με την θέλησή τους ησυχάζουν και κατά δύναμιν αγωνίζονται.