Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

Π. Αθανάσιος Μυτιληναίος για Οικουμενισμό, Ενωμένη Ευρώπη ..

 

5. Από την 5η Ομιλία στον Δανιήλ, 15-11-1981

... Να ξέρετε όμως, παιδιά, ότι ο Οικουμενισμός είναι ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου. Όταν θα γίνει μιά ισοπέδωση θρησκευτική και πολιτική, κυβερνητική, και θα υπάρξει ένας μόνο που θα κυβερ­νήσει τον κόσμο, αυτός ο ένας κατά την Αγία Γραφή και τους Πατέρες -έρχονται δε και τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών πλάι να μας το πουν, που είναι προϊόντα των Εβραίων και είναι τελείως ανεξάρτητα από την Αγία Γραφή- αυτός θα είναι ο Αντίχριστος.

Έτσι, χωρίς περιστροφές, ο Οικουμενισμός χαρακτηρίστηκε ως αντίχριστο σύστημα από τους μεγαλύτερους θεολόγους της εποχής μας, όπως από τον μακαρίτη τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς[1], Σέρβο, αλλά και από άλλους επιφανείς θεολόγους Ορθοδόξους. Ο Οικουμενισμός χαρακτηρίστηκε ως αντίχριστο σύ­στημα!... Χωρίς περιστροφές!

Έτσι κι εδώ, ο Ναβουχοδονόσορ ήθελε να δη­μιουργήσει έναν θρησκευτικό οικουμενισμό. Δηλαδή βλέπει κανείς ότι οι ρίζες κάποιων πραγμάτων που ε­πιχειρούνται στην εποχή μας είναι παλιές, είναι πολύ βαθειές, βρίσκονται μέσα στην Ιστορία· δεν είναι καινούργια πράγματα. Αλλά ο Ναβουχοδονόσορ ήθε­λε να πετύχει και κάτι άλλο· ήθελε να πετύχει μία ε­θνική ενότητα· και αυτή η εθνική ενότητα θα γινόταν αν όλοι οι λαοί, οι υπό την κατοχή του λαοί, λά­τρευαν τον θεό Μαρδούχ. Μ' αυτόν τον τρόπο δεν θα ήτανε καθόλου εύκολο να γίνει μία επανάσταση εκ μέρους ενός λαού, ο οποίος, αφού σιγά-σιγά θα λά­τρευε τον Μαρδούχ, τον πολιούχο της Βαβυλώνος, θα αισθανόταν ότι στρεφόμενος εναντίον της Βαβυλώνος θα ήταν σαν να στρεφόταν εναντίον του θεού της Βα­βυλώνος.

Ξέρουμε ότι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες θεοποιού­σαν τον εαυτό τους. Η θεοποίηση των αυτοκρατόρων δεν είχε απλώς θρησκευτικό χαρακτήρα· είχε και πο­λιτικό. Διότι μόλις ανακηρυσσόταν ένας αυτοκράτο­ρας, αμέσως έφτιαχναν αγάλματά του σ' όλη την ρω­μαϊκή επικράτεια, και διατάσσονταν όλοι οι υπό κατοχήν λαοί να προσκυνούν το άγαλμα του θεού αυτοκράτορος και να προσφέρουν σ' αυτό θυσίες. Γιατί; Χάριν πολιτικής ενότητος! Είναι κάτι ανάλογο που σήμερα συμβαίνει με την Ε.O.K.[2] Προσέξτε να δείτε.
Σας είπα ότι δεν είναι καινούργια πράγματα αυτά· είναι πολύ-πολύ παλιά. Η Ε.Ο.Κ. λένε ότι είναι ένας οικονομικός οργανισμός. Φαινομενικά είναι ένας οι­κονομικός οργανισμός, γιατί στην πραγματικότητα εί­ναι κάτι πολύ περισσότερο. Αν ανοίξετε την παλιά εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, υπάρχει εκεί ένα πολύ μεγάλο άρθρο -είναι δυο-τρεις σελίδες μεγάλες- που αναφέρεται σ' αυτήν την απόπειρα της Ενωμένης Ευ­ρώπης, ευθύς μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, με ξεκί­νημα την οικονομική ενότητα της Ευρώπης και με τέρμα την πολιτική ενότητα της.

Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας συνεταιρισμός ας πούμε συνεταιρισμός σιταριού. Πηγαίνουν όλοι οι παραγωγοί το σιτάρι τους στον συνεταιρισμό. Αυτός ο συνεταιρισμός όμως, πέρα από την περίπτωση συλ­λογής σιταριού, να αρχίσει να λέει και να ορίζει στους ανθρώπους, τους παραγωγούς, έναν τρόπο ζωής που πρέπει να είναι όμοιος στα σπίτια τους. Δεν θα σας φαινόταν παράξενο αυτό; Δηλαδή να εξαγγέλλει τέτοια μέτρα ο συνεταιρισμός αυτός, και να προσαρ­μόζονται υποχρεωτικά όλοι οι συνεταίροι κάτω από τα μέτρα αυτά. Αλλά αυτό είναι αδιανόητο! Ο συνε­ταιρισμός δεν πρέπει να ενδιαφέρεται παρά μόνο για την παραλαβή του σιταριού. Το τι θα κάνεις σπίτι σου εσύ, τι πιστεύεις, τι θα φας, πώς περνάς με τη γυ­ναίκα σου και τα παιδιά σου, αυτό δεν ενδιαφέρει τον συνεταιρισμό.

Όμως τον οικονομικό συνεταιρισμό που λέγεται Ε.Ο.Κ. τον ενδιαφέρει! Γι' αυτό έρχεται και λέει στη Βουλή των Ελλήνων να εισαχθεί αυτός ο νόμος, εκεί­νος ο νόμος, ο άλλος ο νόμος...! Φέρ' ειπείν: Οι Χιλιαστές θα κινούνται έτσι, οι ομοφυλόφιλοι -με το συμπάθειο... να με συγχωρείτε!- έτσι. Ακούστε: θα γίνει νόμος και θα αμνηστευθούν! Η μοιχεία θα αμνηστευθεί! Οι αμβλώσεις, οι εκτρώσεις, θα γίνει νόμος και θα αμνηστευθούν! Δεν θα καταδικάζεται πλέον ού­τε ο γιατρός ούτε ο άνθρωπος, η γυναίκα, που κάνει έκτρωση. Όχι. Κι αυτά γιατί; «Για να έχουμε, λέει, προσαρμογή από νομοθετικής πλευράς με την Ευρώ­πη»!... Μα γιατί; Για ποιον λόγο; «Για να έχουμε Ε­νωμένη Ευρώπη· γιατί πρέπει να σκεφτόμαστε όλοι το ίδιο»!...

Είδατε πόσο παλιά βρίσκονται οι ρίζες αυτών των καταστάσεων; Να μια πρώτη· ο Ναβουχοδονόσορ, με το χρυσό αυτό άγαλμα. Να 'τη!...

[1]  Αγιοποιήθηκε επισήμως από την Σερβική Εκκλησία στις 2 Μαίου 2010 και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Ιου­νίου.
[2]  Έτσι ονομαζόταν τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση.

π. Αθανασίου Μυτιληναίου
ΣΚΕΨΟΥ ΤΟ ΣΠΛΑΧΝΟ ΣΟΥ
Αποσπάσματα απομαγνητοφωνημένων Ομιλιών
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη

Η δημιουργία της ανθρώπινης ψυχής. 7. Από την 12η Ομιλία στην Γένεση. Του μακαριστού π. Αθανασίου Μυτιληναίου

 


Η δημιουργία της ανθρώπινης ψυχής.

«Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν»[1].

Για την δημιουργία του ανθρώπινου σώματος ο Θεός παίρνει από τα υπάρχοντα υλικά· αντιθέτως, για την δημιουργία της ψυχής δεν παίρνει κανένα υλικό στοιχείο, αλλά εμφυσά στον άνθρωπο. Αυτό αποτελεί ιδιαίτερη δημιουργική πράξη.

Και το σώμα και η ψυχή είναι δημιουργήματα του Θεού, γιατί λέγει ότι «ο Θεός εποίησεν τον άνθρω­πον»[2]. Άρα και το σώμα και η ψυχή είναι κτίσματα. Όπως και οι άγγελοι είναι κτίσματα· «ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα»[3]. Και ο Θεός είναι πνεύ­μα, αλλά δεν έχει καμιά σχέση με το πνεύμα των αγ­γέλων.

Οι υλιστές δέχονται ότι η ψυχή είναι υλικής υπο­στάσεως και ότι αυτή ταυτίζεται με την ενέργεια.
Ο Πνευματισμός -που είναι μια θρησκεία- παρα­δέχεται κι αυτός ότι η ψυχή είναι μία μορφή ενερ­γείας. Σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις επικαλούνται διάφορα πνεύματα να έρθουν, κι αυτά έρχονται σαν η­λεκτρισμός, ηλεκτρίζοντας τα αντικείμενα που βρί­σκονται εκεί. Η ψυχή όμως δεν έχει καμία σχέση με την ύλη ή την ενέργεια· μόνο το σώμα έχει σχέση με την ύλη και την ενέργεια. Το ρήμα «ενεφύσησεν» θέλει να δείξει την φύση της ψυχής, ότι η ψυχή είναι κάτι άλλο.
Αλλά ποια είναι η φύση της ψυχής;

Θα ρωτήσω κι εγώ: Γιατί;... μήπως γνωρίζουμε την φύση του σώματος; της ύλης; Ο άνθρωπος αγνοεί την φύση της ύλης. Όταν λέμε άτομο, πρωτόνιο, ηλε­κτρόνιο, δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι. Άλλο η φύση και άλλο η συμπεριφορά της ύλης. Ίσως δεν θα γνωρίσουμε ποτέ τι ακριβώς είναι ύλη· και πολύ πε­ρισσότερο δεν θα μάθουμε ποτέ τι είναι πνεύμα, ψυχή. Στην Αγία Γραφή συναντάμε τους όρους πνεύμα και ψυχή να εναλλάσσονται.

Η λέξη πνεύμα είναι πολυσήμαντη· σημαίνει ά­νεμος -«το πνεύμα όπου θέλει πνεί»[4] · σημαίνει Άγιο Πνεύμα, ανθρώπινο πνεύμα, δηλαδή ψυχή, και λοιπά. Το ίδιο και η λέξη ψυχή· άλλοτε σημαίνει ηθι­κή υπόσταση, ψυχή, πνεύμα, ζωή· λέμε: «το καημένο το μυρμηγκάκι, ψυχή έχει κι αυτό!».

Λέει ο Χριστός: «Και μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι· φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη»[5], «το μεν πνεύ­μα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής»[6].

Άρα το πνεύμα, η ψυχή, είναι το ένα από τα δύο συστατικά στοιχεία του ανθρώπου.

Η έκφραση «ψυχή ζώσα» φαίνεται πλεοναστική. Όμως δεν είναι, γιατί στα ζώα και στα φυτά «ψυχή» είναι η ζωή· ενώ στον άνθρωπο «ψυχή» είναι το πνεύμα, που ταυτοχρόνως του δίνει και τη ζωή στο σώμα. Ο άνθρωπος θα μπορούσε να είχε δυο πράγματα: και το πνεύμα, και την ζωή, σαν αυτή των ζώων. Η «ψυ­χή» στα ζώα είναι μόνο η ζωή, ενώ στον άνθρωπο εί­ναι και η ζωή και το πνεύμα.

Ίσως διατυπωθεί η εξής απορία: Μετά τον Αδάμ πώς δημιουργούνται οι ψυχές; Το σώμα ξέρουμε, ό­πως όλα τα ζώα και φυτά, με σπέρματα, με σπόρια· η ψυχή όμως;

Αυτό το θέμα αποτελεί ένα μυστήριο, και γι' αυτό είναι εύλογη η απορία. Πολλές θεωρίες έχουν διατυ­πωθεί· όπως η θεωρία της απόρροιας -το μέλι που α­πορρέει από την κηρύθρα. Λένε μερικοί: «Μήπως αυ­τό που ενεφύσησε ο Θεός στο πρόσωπο του Αδάμ εί­ναι απόρροια Του, ένα κομματάκι της Θεότητος;». Και το λένε, επειδή και ο Θεός λέγεται πνεύμα.
Όχι, γιατί έτσι ο Θεός θα κατακερματιζόταν! Άτο­πο. Αλλά και κάτι άλλο: Εάν οι άνθρωποι αμαρτάνουν, αμαρτάνει και η Θεότητα; Άτοπο κι αυτό. Άρα αυτή η «πνοή» του Θεού δεν ήταν κάτι από την ουσία του Θεού· αλλιώς θα είχαμε την Θεότητα εγκατεσπαρ­μένη παντού, σ' όλο τον κόσμο, σ' όλη την φύση, άρα Πανθεϊσμός. «Η φύση, λέει, δίνει τις ψυχές στους ανθρώπους»! Αυτό λέει κι ο Βουδισμός, με όλες τις εκ­δόσεις του.

Έτσι λοιπόν το «πνεύμα» που ενεφύσησε ο Θεός στον άνθρωπο δεν έχει καμιά σχέση με τον Θεό. Αυτό άλλωστε φαίνεται κι από μόνο του. Για να φυσήξω α­έρα, πρώτα εισπνέω αέρα ρουφώντας τον κι έπειτα τον εκπνέω. Αλλά αυτό που εισπνέω και αυτό που εκ­πνέω δεν έχει καμία σχέση μ' εμένα.

Βάζει λοιπόν το ρήμα «ενεφύσησε» για να δείξει δυό πράγματα: πρώτον ότι η ψυχή δεν είναι από την θεία ουσία, και δεύτερον ότι δεν προέρχεται από την υπάρχουσα ύλη, αλλά από μία ιδιαίτερη δημιουργία.

Μια άλλη θεωρία, λέει ότι ο άνθρωπος στα πρώτα στάδια της ζωής του, στα σπλάχνα της μητέρας του, είναι μόνο σώμα, κι έπειτα προσλαμβάνει και την ψυ­χή. Έχουμε την θεωρία του Δαρβινισμού, που λέει ό­τι στα αρχικά του στάδια ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, κι έπειτα του δίνεται και η ψυχή.

Υπάρχει και το αντίστροφο· αυτό που λέει ο Πλάτων: Κάπου στον ουρανό υπάρχουν κάποιες ψυ­χές που αμάρτησαν· γι' αυτό ο Θεός τις εγκλωβίζει μέσα σ' ένα ανθρώπινο σώμα για να εξιλεωθούν, για να ξεπληρώσουν τις αμαρτίες τους, κι έπειτα ξαναγυ­ρίζουν στον ουρανό, για να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Όλα αυτά όμως είναι αιρετικές θέσεις. Η Αγία Γραφή πουθενά δεν τα γράφει αυτά. Ούτε το σώμα έ­γινε πρώτα, ούτε ψυχή· άμα σύλληψις, άμα άνθρωπος. Ψυχή και σώμα δημιουργούνται ταυτοχρόνως.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι αν θα έκανες έκτρω­ση, θα έκανες φόνο, όπως θα σκότωνες το παιδί σου στην κούνια! Είναι έγκλημα. Δεν έχει σημασία σε ποια ηλικία θανατώνεται ο άνθρωπος, ούτε σε ποια κατάσταση υγείας είναι το έμβρυο, αφού είναι πλήρης άνθρωπος όπως και ο σπόρος είναι πλήρες φυτό, το οποίο δυνάμει θα ξεδιπλωθεί, θα αναπτυχθεί.

Θα μου πείτε: «Τότε ο Θεός δημιουργεί κάθε ψυχή ξεχωριστά;».

Όχι. Αν είναι έτσι, φαίνεται πως ο Θεός δεν ολο­κλήρωσε τη δημιουργία Του. Αλλά ξέρουμε ότι από τότε που ο Θεός ολοκλήρωσε την δημιουργία, δεν έ­φτιαξε ούτε ένα άτομο της ύλης. Αν ο Θεός εξακο­λουθεί να δημιουργεί ψυχές, τότε πως εξηγείται το προπατορικό αμάρτημα;
Αποτελεί λοιπόν μυστήριο. Έχουμε βέβαια κά­ποιους υπαινιγμούς. Η θεωρία της μεταφυτεύσεως· πολλαπλασιασμός με καταβολάδες. Λέει ο άγιος Αθα­νάσιος: «ει γαρ και ο Αδάμ εκ γης μόνος επλάσθη, αλλ’ εν αυτώ ήσαν οι λόγοι της διαδοχής παντός του γένους»[7] . Αλλά και η Γένεση: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε»[8]. Άρα μέσα στον άνθρωπο βρίσκεται η δυνατότητα του πολλαπλασιασμού όχι μόνο των ψυχών, αλλά και των σωμάτων.


[1] Γέν. 2, 7.
[2]  Γέν. 1, 27.
[3] Ψάλμ. 103, 4. Εβρ. 1, 7.
[4] Ιωάν. 3, 8.
[5] Ματθ. 10, 28.
[6] Ματθ. 26, 41.
[7]  Αγ. Αθανάσιος, Κατά Αρειανών, λόγος Γ’, MPG 26.249.34-36.
[8] Γέν. 1, 27.

π. Αθανασίου Μυτιληναίου
ΣΚΕΨΟΥ ΤΟ ΣΠΛΑΧΝΟ ΣΟΥ
Αποσπάσματα απομαγνητοφωνημένων Ομιλιών
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Ποια είναι η υψηλότερη φιλοπατρία

 

«Αν με ρωτήσετε ποια είναι η υψηλότερη φιλοπατρία που θα μπορούσε ένας πολίτης να διαθέτει υπέρ της πατρίδας του, θα σας έλεγα είναι αυτή: «Το να μην αμαρτάνει ο ίδιος και να βοηθά με κάθε τρόπο την πατρίδα του να ανεβαίνει πνευματικά.». Δεν υπερηφανεύομαι, αλλά δοξάζω το Θεό, ο Θεός με βοήθησε, αυτή τη θέση που σας λέω αυτή τη στιγμή την είχα όταν ήμουν στρατιώτης, την ίδια θέση. Ούτε αφαίρεσα, ούτε πρόσθεσα σε αυτά που σας λέω. Και τότε το έλεγα σε συναδέλφους ότι ο καλύτερος, ο υψηλότερος, έχων την φιλοπατρία μέσα του είναι ο Χριστιανός. Αυτός που ζει αληθινή χριστιανική ζωή».

(Κατηχήσεις Αγ. Κυρίλλου, ομίλια 17 η)

«Αν με ρωτήσετε, χωρίς βέβαια να διεκδικώ προφητικό χάρισμα, αλλά είναι κάτι που κάθε πιστός μπορεί να το δει, αν θα έπρεπε να με ρωτήσετε: «Πώς τα βλέπετε τα πράγματα στη σύγχρονη ζωή μας εδώ στην Ελλάδα [η ομιλία έγινε στις 17-1-1982] και σε μία παγκόσμια κλίμακα;», θα σας έλεγα: «Πολύ άσχημα!». Εγώ ξημερώνομαι και βραδιάζομαι πάντοτε σαν κάτι να περιμένω. Είναι τα τελευταία χρόνια αυτό, σαν κάτι πε-ριμένω. Τι περίμενω; Τι να σας πω πιο πολύ, κάτι περιμένω. Γιατί δεν πάμε καλά ως λαός. Έχομε τόσο ξεφρενιάσει, έχομε βγάλει στη δημοσιότητα πια το βρώ-μικο υποσυνείδητο μας και κινούμεθα με τέτοιο βαθμό καλπάζοντα αποστασίας, ώστε δε μένει παρά να εξαντληθεί η μακροθυμία του Θεού και να έρθει τιμωρία. Έτσι το αισθάνομαι».

(Αποκάλυψις, ομιλία 38η)

Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
Συλλογή αναφορών του Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα
Επιμέλεια Παντελής Γκίνης

Λάρισα 2012

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ TOY XPIΣTOY † Γέροντος π. Αθανασίου Μυτιληναίου

 



(Ομιλία της 29/5/1988 στην Ιερά Κομνήνειο Μονή για την Αγία Πεντηκοστή)

Σήμερα, αγαπητοί μου, γιορτάζουμε την αγία Πεντηκοστή. Η εορτή αυτή, όπως και το Πάσχα, προέρχεται από τον χώρο της Παλαιάς Διαθήκης. Ήταν η γιορτή που γιορταζόταν πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα, και συνέπιπτε με την αρχή του θερισμού των σιτηρών, γι' αυτό και Λεγόταν «εορτή θερισμού πρωτογεννημάτων», όπως μας αναφέρει το βιβλίο της Εξόδου. Λεγόταν ακόμη και «εορτή εβδομάδων», διότι έπρεπε να τελείται επτά εβδομάδες μετά το Πάσχα. Επίσης λεγόταν και «ημέρα των νέων», όπως μας αναφέρει η Έξοδος αλλά και το Δευτερονόμιο και οι Αριθμοί, γιατί αυτή την ημέρα προσφέρονταν οι πρώτοι άρτοι από τη νέα συγκομιδή του σιταριού, τα πρωτόλια.

Η γιορτή της Πεντηκοστής επί πλέον υπενθύμιζε στους Εβραίους το μεγάλο γεγονός της παραδόσεως του νόμου. Ο Θεός είχε πει να καθαρθεί ο λαός, για να ανεβεί ο Μωυσής στο όρος Σινά να παραλάβει το νόμο. Ο χρόνος ο μεταξύ της διαβάσεως της Ερυθράς Θαλάσσης, δηλαδή του Πάσχα, που σημαίνει διάβαση, μέχρι την παραλαβή του νόμου από τον Μωυσή στο όρος, ήταν πενήντα ημέρες. Και συνεπώς η γιορτή αυτή υπενθύμιζε -κι αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό- ότι παρέλαβαν από τον ίδιο τον Θεό τον νόμο, που έπρεπε να τον τηρούν. Τέλος, η γιορτή της Πεντηκοστής ερχόταν να υπενθυμίσει στους Εβραίους τις αναρίθμητες ευεργεσίες του Θεού προς τον λαό τον δικό Του, και συνεπώς ήταν η εορτή της αποδόσεως ευχαριστιών στον Θεό.

Βλέπουμε λοιπόν εδώ ότι η γιορτή αυτή της Παλαιάς Διαθήκης στέκεται ένας τύπος, ένα αντίτυπο, μιας άλλης γιορτής της Καινής Διαθήκης, και αποδεικνύεται τύπος μελλόντων αγαθών, διότι πενήντα ημέρες μετά την εορτή του χριστιανικού Πάσχα, δηλαδή την εορτή που ο Κύριος αναστήθηκε, έχουμε την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Άρα λοιπόν η παλαιά Πεντηκοστή ήταν τύπος της νέας Πεντηκοστής, της χριστιανικής Πεντηκοστής. Είναι δε οροθετικές αυτές οι δύο γιορτές: Πάσχα-Πεντηκοστή. Διάβαση των Εβραίων από την Ερυθρά Θάλασσα - παραλαβή του νόμου κι απόδοση ευχαριστιών στον Θεό. Πάσχα-Ανάσταση του Χριστού – Πεντηκοστή - Κάθοδος του Αγίου Πνεύματος και φανέρωση της Εκκλησίας στον κόσμο. Είναι λοιπόν πάρα πολύ εντυπωσιακό, μέχρι προκλήσεως, ότι αυτές οι δύο γιορτές του χώρου της Παλαιάς Διαθήκης είναι γιορτές αντίτυπα των πρωτοτύπων χριστιανικών εορτών, του Πάσχα και της Πεντηκοστής.

Αλλά εδώ βλέπουμε και κάτι ακό\μη. Η ημέρα αυτη της Πεντηκοστής, η «ημέρα των νέων» όπως λεγόταν παλιά, δηλαδή ημέρα των νέων καρπών, είναι τώρα η ημέρα της Πεντηκοστής στον χριστιανικό πια χώρο της νέας συγκομιδής της Εκκλησία·  γιατί με το πρώτο κήρυγμα που έκανε ο απόστολος Παύλος ήδη έδρεψε τρεις χιλιάδες ψυχές από τον άγρό του λαού του Θεού, και την δεύτερη μέρα δύο χιλιάδες ψυχές, που πίστεψαν στο θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι αυτός ο νέος καρπός, αυτή η νέα συγκομιδή, αυτά τα πρωτόλεια, είναι ο νέος σίτος, που αποθηκεύεται στις αποθήκες της Βασιλείας του Θεού. Για όλα αυτά λοιπόν είναι πράγματι η ημέρα της αποδόσεως ευχαριστιών στον Θεό, για όσα εργάστηκε πάνω στη γη με το μυστήριο της ενανθρωπήσεως. Τύπος λοιπόν και σκιά ήταν η Πεντηκοστή στην Παλαιά Διαθήκη έναντι της χριστιανικής Πεντηκοστής.

Η χριστιανική Πεντηκοστή είναι το βαθύ μυστήριο της Εκκλησίας· και η αποκάλυψη αυτού του βαθιού μυστηρίου έγινε με την φανέρωση του Αγίου Πνεύματος κατά έναν καταπληκτικό τρόπο. Το Πνεύμα το Άγιο έδειξε ακριβώς αυτό το βαθύ μυστήριο με τις εξής δύο ενέργειες Του.

Πρώτα-πρώτα· επικύρωσε την ταυτότητα του Ιησού Χριστού, ποιος ήταν εκείνος που περπάτησε ανάμεσα τους. Θυμηθείτε τη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Όταν ο Κύριος μίλησε για την αποστολή Του, «έγινε σχίσμα ανάμεσα στον λαό». Ώστε ο Κύριος γίνεται αιτία σχίσματος; Ναι. Άλλοι έλεγαν «Αυτός είναι εκ Θεού!», άλλοι έλεγαν «Όχι, απατεώνας είναι!». Έλεγαν οι άρχοντες, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στους υπηρέτες που πήγαν να Τον συλλάβουν: «Κι εσείς πλανηθήκατε;! Ποιος από τους άρχοντες που γνωρίζει τον νόμο τον ακολούθησε αυτόν;». Έτσι, υποτιμητικά: «αυτόν»! «Αλλά ποιος; ο λαός, που δεν ξέρει τον νόμο, και είναι επικατάρατος!».

Θα τους έλεγε κανείς: «Ταλαίπωροι άρχοντες! Και γιατί ο λαός δεν ξέρει το νόμο; Διότι έσεις κάθεστε στις πολυθρόνες και απολαμβάνετε τα αγαθά της ευημερίας της εποχής σας, και αφήνετε τον λαό να μην μάθει τον νόμο!... Γιατί ακόμη δεν σας συμφέρει- γιατί τον κρατάτε σαν δούλο τον λαό, μέσα στη βαθειά του άγνοια. Αυτό που είπατε είναι κατηγορητήριο για σας, ταλαίπωροι άρχοντες!...» Αλλά εν πάση περιπτώσει, είδατε ότι έγινε σχίσμα στον λαό. «Ποιος είναι αυτός;»!

Ο Χριστός είπε στους μαθητές Του: «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος», δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο, «ον εγώ πέμψω υμίν πάρα τον Πατρός», που εγώ θα στείλω από τον Πάτερα, «το Πνεύμα της αληθείας», που είναι το Πνεύμα της αληθείας, «ο παρά του Πατρός εκπορεύεται», το Οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα, «εκείνος μαρτυρήσει περί εμού», Αυτός θα δώσει την μαρτυρία ποιος είμαι. Ποιος «εκείνος»; Ο Παράκλητος. Ποιος Παράκλητος; Ο δεύτερος Παράκλητος- γιατί ο πρώτος είναι ο Ιησούς Χριστός, είναι ο Υιός.

Αν εγώ ήμουν απατεώνας, ήμουν λαοπλάνος, ήμουν σφετεριστής θείων ιδιοτήτων, εγώ που είπα ότι εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα και πήρατε πέτρες να με λιθοβολήσετε, θα έπρεπε, εάν ήταν έτσι τα πράγματα, να ήμουν στον πυθμένα της Κολάσεως. Αλλά δεν είμαι, δεν πήγα στην Κόλαση- ανήλθα στον Ουρανό. Και αν δεν είδατε την ανάληψή μου, σίγουρα όμως θα δείτε τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, θα δείτε τα θαυμαστά του Αγίου Πνεύματος. Πώς το Πνεύμα το Αγιο θα κατέβαινε, εάν εγώ ήμουν στην Κόλαση; Εγώ όμως ανέβηκα, και Εκείνος κατέβηκε- συνεπώς δίνει την μαρτυρία για μένα, για  το όνομά μου.

Και όταν λίγες μέρες μετά ο απόστολος Πέτρος πηγαίνει στον ναό και βλέπει εκείνον τον χωλό και του λέει «Κοίταξε με·  στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού σήκω και περπάτα!», πώς θα ήταν δυνατόν εκείνος ο χωλός άνθρωπος να περπατήσει στο όνομα του Ιησού, εάν ο ίδιος ήταν στην Κόλαση και ήταν σφετεριστής θείων ιδιοτήτων; ... Άρα λοιπόν το Πνεύμα του Θεού την ημέρα της Πεντηκοστής ήρθε να δώσει την μαρτυρία περί της ταυτότητος του θεανθρώπινου προσώπου του Χριστού.

Και δεύτερον· το Πνεύμα το Άγιο φανέρωσε την επανίδρυση της Εκκλησίας πάνω στη γη. Και αύτη η φανέρωση έγινε με μία σωρεία εκδηλώσεων, όπως μας τις περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων.

Αλλά τι είναι η Εκκλησία;

Η Εκκλησία είναι συναΐδιος με τον Θεό. Προσέξτε: αΐδιος θα πει αυτός που δεν έχει αρχή, αλλά δεν έχει και τέλος. Η διαφορά της λέξεως αΐδιος από το αιώνιος είναι ότι ο αιώνιος έχει αρχή, αλλά δεν έχει τέλος. Εμείς οι άνθρωποι, θέλουμε, δεν θέλουμε, είμαστε αιώνιοι. Γιατί; Γιατί δεν έχουμε τέλος. Αλλά είχαμε αρχή. Ο Θεός όμως δεν είναι απλώς αιώνιος· καταχρηστικώς λέμε τον Θεό αιώνιο· ο Θεός εΐναι αΐδιος, δηλαδή χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Ε, λοιπόν η Εκκλησία είναι αΐδιος, μαζί με τον Θεό, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.

Το λέω αυτό, και μάλιστα πρέπει να εξηγήσουμε με την ευκαιρία της σημερινής ημέρας, για να μάθουμε ποια είναι η Εκκλησία. Ακούμε επί παραδείγματι να λένε: «Στρέφονται εναντίον της Εκκλησίας! Κινούνται έτσι κι έτσι! Θα καταλύσουν την Εκκλησία!». Ποια «Εκκλησία θα καταλύσουν»;... Τι θα πει «στρέφονται εναντίον της»;... Πρέπει να μάθουμε ποια είναι η Εκκλησία και ποιοι είναι οι διώκτες της. Ή μάλλον δεν είναι ανάγκη να μάθουμε ποιοι είναι οι διώκτες· άνθρωποι είναι, κτίσματα είναι, σημέρα είναι, αύριο δεν είναι· αλλά πρέπει να μάθουμε ποια είναι η Εκκλησία. Λοιπόν, το ακούσατε; Είναι συναΐδιος με τον Άγιο Τριαδικό Θεό! Και δεν είναι τι άλλο παρά η αγαπητική σχέση των τριών Προσώπων της Τριαδικής Θεότητος. Διότι τα τρία Πρόσωπα αποτελούν Εκκλησία· είναι μια σχέση αγάπης, αγαπητική σχέση. Αλλά ο Άγιος Τριαδικός Θεός πάντοτε υπήρχε. Και η σχέση αυτή δεν ξεκίνησε από κάποια χρονική στιγμή· πάντα υπήρχε. Να γιατί η Εκκλησία είναι συναΐδιος και συνάναρχος με τον Άγιο Τριαδικό Θεό. Αυτό μας καταπλήσσει.

Είναι ιδιαίτερη τιμή για μας το ότι ανήκουμε στην Εκκλησία. Κάποτε ανακοινώνουμε πως ανήκουμε σε κάποιο Σωματείο, και μάλιστα καυχόμαστε πολλές φορές και προβαλλόμαστε, όταν αυτό έχει κάποια παλαιότητα. Αλλά όση παλαιότητα και να έχει, αγαπητοί μου, -έναν αιώνα; δύο αιώνες; πέντε αιώνες; δέκα αιώνες;- τι είναι αύτη μπροστά στην παλαιότητα που έχει η Εκκλησία, η οποία είναι συναΐδιος και συνάναρχος με τον Θεό;...

Αλλά ο Θεός ήθελε να εκφράσει αύτη την αγαπητική Του σχέση και έξω από τον εαυτό Του· γι' αυτό δημιουργεί τον αγγελικό κόσμο. Ήθελε και άλλα όντα να χαρούν αύτη την αγαπητική σχέση. Έτσι λοιπόν ο Θεός επεκτείνει την Εκκλησία Του, την απλώνει, την μεγαλώνει σ' αυτά τα όντα που λέγονται άγγελοι, κι εκεί πλέον έχουμε τον κόσμο των αγγέλων, την Εκκλησία των αγγέλων. Γι' αυτό η Εκκλησία ονομάζεται «Εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς». Κοιτάξτε αυτό το «πρωτοτόκων»! ... Είναι γνωστό ότι ο πρωτότοκος είναι πάντα ένας· ο δεύτερος είναι δευτερότοκος, ο τρίτος είναι τριτότοκος· πώς λοιπόν είναι όλη η Εκκλησία «Εκκλησία πρωτοτόκων»; Μ' αυτό θέλει να πει ότι όλοι μέσα στον χώρο της Βασιλείας του Θεού έχουν τα ίδια προνόμια. Αυτό θα πει «Εκκλησία πρωτοτόκων».

Η Εκκλησία λέγεται και «πόλις Θεού ζώντος», αλλά και «Ιερουσαλήμ επουράνιος», που θεμελιώθηκε «προ καταβολής κόσμου». Θυμηθείτε τον Κύριο, που είπε: «Ελάτε να κληρονομήσετε την Βασιλεία μου, που έχει ετοιμαστεί, πριν γίνει ο κόσμος, πριν τεθεί το θεμέλιο του κόσμου, προ καταβολής κόσμου». Ώστε η Εκκλησία είναι «προ καταβολής κόσμου», πριν γίνει ο κόσμος.

Αυτή την επουράνια Εκκλησία ο απόστολος Παύλος την ονομάζει, όπως σας είπα, «άνω Ιερουσαλήμ», «ήτις εστί μήτηρ πάντων ημών», όπως λέει στην Προς Γαλάτας, είναι η μάνα μας η Εκκλησία, και ότι «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει», εκεί θα φθάσουμε· το πολίτευμά μας, η πολιτεία μας, ο τρόπος της ζωής μας, η θέση μας, η πατρίδα μας είναι εκεί! Και ακόμη λέει στην Προς Εβραίους: «προσεληλύθατε Σιών όρει και πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω, και μυριάσιν αγγέλων, πανηγύρει και εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων». Δεν προσεγγίσατε στο όρος Σινά, αλλά στο όρος Σιών και στην πόλη του ζωντανού Θεού, την επουράνια Ιερουσαλήμ, και σε μυριάδες αγγέλους, σε πανηγύρι και εκκλησία πρωτοτόκων, που είναι γραμμένοι στον Ουρανό. Βλέπετε ότι και οι άγγελοι, εκτός από τον Θεό, είναι μέτοχοι αυτής της Εκκλησίας;... Αλλά δεν μένει χρόνος να αναλύσει κανείς αυτά λέξη-λέξη.

Έτσι, αγαπητοί μου, η Εκκλησία, όπως είδαμε, είναι μία αγαπητική σχέση του Θεού προς τα λογικά Του κτίσματα. Αλλά και προς όλα τα κτίσματά Του· γιατί αυτή την στιγμή δεν ονομαζόμαστε μόνον εμείς Εκκλησία, οι πιστοί, αλλά κατ'  επέκτασιν και ο ναός, που τον λέμε και εκκλησία. Συνεπώς όλα τα δημιουργήματα, όχι μόνο τα έλλογα, αλλά και τα άλογα γίνονται Εκκλησία. Και αυτή η σχέση είναι άκτιστη, δηλαδή δεν είναι χειροποίητη, δεν είναι υλική, παρ' ότι συμμετέχουν κτιστά όντα. Και οι άγγελοι κτιστοί, και εμείς κτιστοί, και το σύμπαν κτιστό. Η Προς Εβραίους επιστολή αναφέρεται στη φύση αυτής της Εκκλησίας, «της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής, ου χειροποιήτου, τούτ' έστιν ου ταύτης της κτίσεως», που δεν είναι σαν εκείνη που έκτισαν οι Εβραίοι, σαν τον ναό που έκτισε ο Σολομών τον ομώνυμό του, δεν είναι χειροποίητη.

Η δεύτερη επιστολή του Κλήμεντος Ρώμης γράφει τα εξής: «Άνωθεν πρώτη», από πάνω πρώτη, η Εκκλησία δηλαδή, «προ ηλίου και σελήνης», πριν γίνει ο έναστρος ουρανός, πριν γίνει το σύμπαν, «εκτισμένη πνευματική· πνευματική δε ούσα, εφανερώθη εν τη σαρκί του Χριστού», και υπάρχουσα πνευματική, φανερώνεται τώρα στην σάρκα του Χριστού.  Γιατί ξέρετε τι είναι η Εκκλησία;  Είναι το Σώμα του Χριστού. Αυτό φαίνεται ακόμη και σχηματικώς στην Προσκομιδή, όπου ο ιερέας προετοιμάζει τα τίμια Δώρα, που μαζί με τον Αμνό βγάζει, και τις μερίδες των μελών της Εκκλησίας, των αγίων Αγγέλων, των Αγίων και λοιπά.

Όταν, αγαπητοί μου, ο Θεός έφτιαξε τον υλικό κόσμο, ως προέκταση της αγάπης Του, θέλησε να συμπεριλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες λογικές υπάρξεις σ' αυτή την δική Του τη μακαριότητα. Έτσι, πέρα από την δημιουργία των αγγέλων, που κι αυτοί βεβαίως είναι κτιστοί, θέλησε να επεκταθεί και στον υλικό κόσμο, και επεκτάθηκε ως τους πρωτοπλάστους· διότι, μην ξεχνάμε, η κορυφή του κτιστού ορατού κόσμου ήταν οι πρωτόπλαστοι. Έτσι ο Παράδεισος, εκείνον που κατά κάποιο τρόπο ο Θεός μάντρωσε, δηλαδή τον τοποθέτησε στη γη με κάποια όρια, ήταν ο τόπος αυτής της Εκκλησίας, δηλαδή της κοινωνίας του Θεού με τους πρωτοπλάστους, με τους ανθρώπους.

Εύκολα δεν μπορούμε, αγαπητοί μου, να κατανοήσουμε αυτή την κοινωνία του Θεού με τους πρωτοπλάστους· όμως την διαισθανόμαστε, καθώς μελετάμε τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου της Γενέσεως· είναι μια παραδείσια κατάσταση, κάτι ανέκφραστο, πώς ο Θεός μπορούσε να επικοινωνεί με τους ανθρώπους! ... Ω, εκείνο το χαριτωμένο που λέει η Γένεση, «κατά το δειλινό περπατούσε ο Θεός στον Παράδεισο, για να συναντήσει τον Αδάμ και την Εύα»!  Ω, εκείνα τα πόδια, όπως λέει το ωραίο τροπάριο της Κασσιανής, που περπάτησαν και ο θόρυβος τους θορύβησε τους πρωτοπλάστους, διότι έσπευσαν οι ταλαίπωροι να διακόψουν αυτή την κοινωνία με το γνωστό τους αμάρτημα, το αμάρτημα της αυτονομίας τους! ... Eίναι φοβερό! Γιατί, είναι γνωστό, Εκκλησία και αυτονομία είναι δυο πράγματα αντιφατικά. Εκκλησία θα πει ενότητα· αυτονομία θα πει σπάσιμο, διαίρεση· και συνεπώς δεν έχουν καμία σχέση το ένα με το άλλο.

Έπρεπε λοιπόν να αρθεί η Βασιλεία του Θεού από τη γη, δηλαδή η Εκκλησία. Παρ’ όλα αυτά η αγάπη του Θεού, κι αν ακόμη η Εκκλησία ήρθη από τη γη, έκανε να συνεχισθεί πάνω στη γη έστω και κατά σκιώδη τρόπο· όχι πια με τον φανερό εκείνο τρόπο του Παραδείσου, αλλά με την παρουσία των Δικαίων με τον Άβελ, τον Ενώς, τον Ενώχ, τον Νώε, τον Αβραάμ, τους Προφήτες, με τους Δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, μεμονωμένα, σε πρόσωπα μόνο. Αυτοί είχαν την κοινωνία αυτή με τον Θεό, δηλαδή αποτελούσαν Εκκλησία. Έτσι έχουμε την Εκκλησία των εθνών γιατί ο Νώε, ο Ενώς, ο Ενώχ, αλλά και ο Αβραάμ προέρχονται από τα έθνη. Και είναι μια Εκκλησία άσαρκη. Προσέξτε: άσαρκη. Λέω άσαρκη γιατί κατόπιν, με την παρουσία του Χριστού, με την σάρκωση του Χριστού, έχουμε την ένσαρκη Εκκλησία. Έτσι όλοι αυτοί οι Δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης θα σώζονταν με την κοινωνία που έχουν με τον Θεό, την προσδοκία του Μεσσίου, κατά το «και αυτός προσδοκία εθνών», αλλά και με την τήρηση του πνευματικού ήθους που υπαγόρευε η συνείδηση. Όχι κανένας άλλος νόμος, αλλά η συνείδηση. Πάντως το γεγονός είναι ότι η Εκκλησία αποσύρεται στον Ουρανό, γιατί η γη είχε αστοχήσει να την αποδεχθεί.

Η αγάπη όμως του Θεού επιμένει· επιμένει να συμπεριληφθεί και η γη στην ολότητα της· και αυτό έγινε με την ενανθρώπηση. Έτσι η Εκκλησία αναγεννήθηκε και αναπλάσθηκε και τελειώθηκε εν Χριστώ Ιησού και εν Πνεύματι Αγίω. Και ως προς την ενανθρώπηση του Υιού η Εκκλησία παίρνει την χριστολογική της διάσταση με το ξεπήδημά της από την λογχισθείσα πλευρά του Χριστού, από την οποία βγήκε αίμα και νερό· «και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε, και αληθινή αυτού εστιν η μαρτυρία». Είναι το Βάπτισμα και το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας· με αυτά τα δυο Μυστήρια συνίσταται η Εκκλησία, συγκροτείται. Από που βγήκε η Εκκλησία; Από την λογχισθείσα πλευρά του Χριστού, ενώ είχε υπνωθεί πάνω στον Σταυρό· όπως είχε υπνωθεί και ο Αδάμ, από την πλευρά του οποίου εξήλθε η Εύα· που ο Αδάμ είναι τύπος Χριστού, και η Εύα τύπος της Εκκλησίας.

Έτσι ο Θεός Πατήρ, όπως μας λέει ο Απόστολος στην Προς Έφεσίους, «αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου». Και όπως χαρακτηριστικά λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «Εκκλησίας σάρκα ανέλαβε», δηλαδή ο Χριστός πήρε σάρκα Εκκλησίας, «και ελθών εις το καταφύγιον αυτής» -καταφύγιον είναι ο χώρος της προ του Χριστού σαρκώσεως, η σκιώδης Εκκλησία- «και ευρών» -ποιον; Αυτή την Εκκλησία την σκιώδη- «ρυπώσαν», βρώμικη, «αυχμώσαν», κακοτράχηλη, «γυμνήν, πεφυρμένην αίματι, έλουσεν, ήλειψεν, έθρεψεν, ενέδυσεν ιμάτιον», την έντυσε με ιμάτιο. «Αυτός αυτή γενόμενος περιβολή», ο ίδιος έγινε ιμάτιο γι’ αυτή, «και λαβών αυτήν, ούτως ανάγει», και αφού την παρέλαβε, έτσι την μεταφέρει στον Ουρανό.

Και αλλού γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: «το πλήρωμα του Χριστού η Εκκλησία». Το «πλήρωμα», το συμπλήρωμα του Χριστού, γιατί το «συμπλήρωμα» του Λόγου είναι η σάρκα Του. Αλλά η σάρκα του Χριστού είναι η Εκκλησία· συνεπώς το «συμπλήρωμα» του Χριστού είναι η Εκκλησία. «Και γαρ πλήρωμα κεφαλής σώμα, και πλήρωμα σώματος κεφαλή», διότι το συμπλήρωμα της κεφαλής είναι το σώμα, και το συμπλήρωμα του σώματος είναι η κεφαλή. Για να δει κανείς τι στενή σχέση υπάρχει!

Όμως, αγαπητοί μου, στην επέκταση της Εκκλησίας στη γη έχει τον λόγο και το Άγιο Πνεύμα. Είναι η πνευματολογική διάσταση της Εκκλησίας, που εκφράζεται με την Πεντηκοστή. Συντελεστές είναι οι δύο Παράκλητοι: ο πρώτος Παράκλητος, ο ενανθρωπήσας Υιός, και ο άλλος Παράκλητος, ο δεύτερος, το Πνεύμα το Άγιο. Το Πνεύμα το Άγιο ήλθε στη γη, όταν ο Υιός ανέβηκε στον Ουρανό. Και έκτοτε μένει σ' αυτή το Πνεύμα το Άγιο, και μένει, για να την αγιάζει.

Χωρίς το Πνεύμα το Άγιο δεν υπάρχει η γνώση και η αποδοχή της ταυτότητος του Ιησού Χριστού. Χωρίς το Πνεύμα το Άγιο είναι ακατανόητη η πνευματική ζωή, όπως την θέλει ο Πατήρ και την δίδαξε ο Υιός. «Εν σώμα και εν Πνεύμα, καθώς εκλήθητε εν μια ελπίδι της κλήσεως υμών», ένα σώμα: του Χριστού- ένα Πνεύμα: το Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι η Εκκλησία, εκεί είναι θεμελιωμένη. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, που διατηρείται ζωντανό και αυξανόμενο και τελειούμενο από το Άγιο Πνεύμα.

Το Πνεύμα το Άγιο, μαζί με τον Υιό, προικίζει την Εκκλησία· την προικίζει με τα δώρα τα πολλά που φέρνει από τον Ουρανό. Και η Εκκλησία είναι η Νύμφη του Χριστού.

Αγαπητοί, σήμερα η Εκκλησία φανερώθηκε ένδοξη και τέλεια μέσα στην Ιστορία και μέσα στον κόσμο. Η Εκκλησία έχει έναν μεγάλο σκοπό: πρέπει να εκκλησιαστικοποιήσει τον κόσμο· οι πιστοί πρέπει να τελειωθούν «στο μέτρο της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού».

Η Εκκλησία πρέπει να ζει έντονα την προσδοκία της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας, που εκεί θα είναι η ολοκλήρωσή της. Και σε τούτο παίρνει την μαρτυρία και την προτροπή και την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος, που μένει στην Εκκλησία. «Και το Πνεύμα και η νύμφη λέγουσιν» -σε ποιον; Προς τον Χριστό- «έρχου», έλα! ... Ποιος;  Και το «Πνεύμα» και η «Νύμφη», και η Εκκλησία και το Άγιο Πνεύμα.

Αν κάποτε μάθουμε, αγαπητοί, τι είναι η Εκκλησία, θα συγκλονιστούμε! Θα δοξάσουμε τον Άγιο Τριαδικό Θεό, που μας συμπεριέλαβε στην κοινωνία Του, στην Εκκλησία Του! Θα αισθανόμαστε ότι η Εκκλησία δεν είναι κάτι που δεν έχει και τόση αξία. Ο,τιδήποτε που δεν είναι Εκκλησία θα μένει πάντα ξένο, πάντα κάτι δεύτερο, πάντα κάτι κουτό, πάντα κάτι που δεν θα σωθεί. Ό,τι δεν είναι Εκκλησία! «Εκκλησίας ουδέν ίσον» λέει ο ιερός Χρυσόστομος. Όσοι πολεμούν την Εκκλησία, ανοηταίνουν και χάνονται· όσοι την αγαπούν παίρνουν τη δόξα τη δική της. Και όλα αυτά τα εργάστηκε η δύναμη, η σοφία και η αγάπη του Αγίου Τριαδικού Θεού, στον Οποίο ανήκει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, και τώρα και πάντοτε και αιωνίως. Αμήν!».

Πεντηκοστή, 29 Μαΐου 1988

Ορθόξοξη Ιεραποστολική
ΠΟΡΕΙΑ ΑΓΑΠΗΣ
ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ "ΠΟΡΕΙΑ ΑΓΑΠΗΣ"
ΚΩΛΕΤΤΗ 5, Τ.Κ 41222 ΛΑΡΙΣΑ

Για ποιον λόγο πληρώνουμε σήμερα...Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ (1927 - 2006)

 

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ (1927 - 2006)

«Μόνο η μετάνοια καταργεί ή μεταθέτει το σχέδιο του Θεού. Αν προσέχαμε όλα αυτά τα σημάδια που μάς δίνονται, θα ήμαστε και προσεκτικότεροι στη ζωή μιας. Εγώ δεν σας κρύβω ότι φοβάμαι, τρέμω, ότι ο λαός μας θα πληρώσει, γιατί αποδώσαμε, με την αρχαία έννοια της λέξεως, την ύβριν στον Ιησού Χριστό. Ναι, θα πληρώσουμε και πολύ ακριβά. Δεν ξέρομε πότε. Σας είπα, η κιβωτός 120 χρόνια κατασκευαζόταν, γιατί περίμενε ο Θεός την επιστροφή των ανθρώπων, Δεν ξέρω, ο Θεός πάντως να μάς ελεήσει, όσο εγκαίρως, να μετανοήσουμε και να επιστρέψομε στην καθαρά πίστη, στον Ιησού Χριστό».

(Πράξεις, ομιλία 170η) 

«Σήμερα πόσοι άνθρωποι πέρασαν και τι μου είπαν, αγαπητοί μου, έχω τρομάξει με αυτά που άκουσα, έχω τρομάξει! Με καταλαβαίνετε, έχω τρομάξει. Και λέγω: Θεέ μου, πού πάμε; Πού βρισκόμαστε; Εν πάση ανέσει πλέον οι Νεοέλληνες κινούνται προς καταπάτηση κάθε ντροπής και κάθε ορίου ήθους. Δεν υπάρχει πλέον ντροπή, δεν υπάρχει, είναι φοβερό, κι όμως η εντολή του Θεού είναι σαφής: «Ου μετακινήσεις όρια, α [τα όποια] έστησαν οι πατέρες σου». Όμως, επειδή ακριβώς έχουμε μετακινήσει αυτά τα όρια, γι' αυτό το λόγο έχομε και θα έχομε φοβερές επιπτώσεις. Οι Εβραίοι ξέρετε τι πάθαιναν, όταν παρέβαιναν αυτά τα όρια; Τους μίκρυνε ο Θεός, άφηνε τους εχθρούς των, δεν προστάτευε το λαό, περνούσαν στη γη της επαγγελίας τους, τη γη Χαναάν, κυρίευαν εδάφη τους κι έτσι ο λαός του Ισραήλ από εδαφικής πλευράς μίκρυνε. Είναι τόσο εξοργιστικά και περίεργα αυτά που τελεσιουργούνται τα τελευταία χρονιά, ώστε θα επιτρέψει ο Θεός, χωρίς να είμεθα προφήτες, να μικρύνουμε, εδαφικά να μικρύνουμε. Θα μου πείτε, θα το ευχόμουνα; Άπαγε! Όταν μάλιστα σκέφτομαι, αγαπητοί μου, τα νησιά μας, τα ακραία νησιά μιας, τα προς ανατολάς, με πιάνει ίλιγγος!».
 

(Δευτερονόμιο, ομιλία 32η)

Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
Συλλογή αναφορών του Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα
Επιμέλεια Παντελής Γκίνης

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος Τι σημαίνει το «Αιωνία η μνήμη»;

 


Το λέμε αυτό για τον νεκρό. Αλλά πού να είναι, όμως, «αιωνία η μνήμη» του νεκρού; Αυτό είναι ταυτόσημο, προσέξτε: όταν λέμε «αιωνία η μνήμη» θα πει «κάποιος να σε θυμάται πάντοτε». Αυτός ο «κάποιος» που θα θυμάται πάντοτε είναι ο Θεός. Ποιον θα θυμάται; Αυτόν τον άνθρωπον για τον οποίον του ευχόμεθα θα είναι αιωνία του η μνήμη. Δηλαδή, ο Θεός, λέγει η Αγία Γραφή, θυμάται εκείνους, οι οποίοι έχουν σωθεί. Δεν θυμάται εκείνους, οι οποίοι δεν έχουν σωθεί. Προσέξτε, είναι ανθρωποπαθής έκφρασις, ανθρωποπαθής. Τι θα πει αυτό; Το λέει ο ίδιος ο Θεός, η ίδια η Γραφή: γι’ αυτούς, λέει, «ου μη μνησθώ», σε πολλά σημεία στην Αγία Γραφή και Παλαιά και Καινή Διαθήκη, «ου μη μνησθώ», δηλαδή «δεν θα τους θυμηθώ». Τι θα πει «δεν θα τους θυμηθώ»; Όχι ότι ο Θεός ξεχνάει. Δεν τους λογαριάζει, όπως όταν γυρίζει την πλάτη Του σημαίνει. Όχι ότι δεν τους βλέπει. Ο Θεός δεν έχει πλάτη, αλλά ότι δεν είναι κάτω από την εύνοια τη δική Του.

Συνεπώς όταν λέμε «αιωνία η μνήμη» αυτό είναι ταυτόσημο με τη σωτηρία. Ότι, είθε να σωθείς, συ, ο κεκοιμημένος αδελφός, είθε να σωθείς για να σε ενθυμείται ο Θεός πάντοτε. Αυτό θα πει «αιωνία σου η μνήμη».  

† π. Αθανάσιος Μυτιληναίος

ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΠΟΙΑΣ ΟΦΕΙΛΗΣ ΕΙΣΑΙ; Μακαριστού Γέροντος π. Αθανασίου Μυτιληναίου (Απομαγνητοφωνημένη Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 11/8/91 στην Ιερά Κομνήνειο Μονή, Στόμιο Λαρίσης)

 


Σεβασμιώτατε, αγαπητοί μου αδελφοί, κάθε παραβολή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που είναι μία όμορφη, μικρή ή μεγάλη ιστορία, γεμάτη από πλούσια διδάγματα, μοιάζει με έναν απέραντο αιγιαλό, που καθώς περπατάς βρίσκεις κοχυλάκια με μύρια σχήματα και χρώματα, που όταν τα πάρεις στα χέρια σου χαίρεσαι την αγάπη και τη σοφία του Θεού. Ένα τέτοιο κοχυλάκι ας σκύψουμε να πάρουμε σήμερα από τον αιγιαλό της παραβολής του χρεοφειλέτου δούλου.

«Εἶπεν ὁ Κύριος· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων…»1 και τα λοιπά.

Το κοχυλάκι που θα πάρουμε σήμερα από την παραβολή αυτή είναι η έννοια του οφειλέτου και της οφειλής. Αυτό θα δούμε, αγαπητοί μου, γιατί, όπως θα δείτε, έχει μία ευρεία έννοια ο οφειλέτης και η οφειλή, ο χρεώστης και το χρέος. Τι σημαίνει οφειλέτης; Αυτός που οφείλει, αυτός που χρωστά κάτι σε κάποιον. Εδώ η ευαγγελική διδασκαλία εμφανίζει τον άνθρωπο ως οφειλέτη απέναντι στον Θεό. Αλλά γιατί;

Στην εβραϊκή γραμματεία ως χρέος εμφανίζεται το ποσόν των αμαρτιών. Να σας πω ένα παράδειγμα, που είναι εκπληκτικό. Όταν δεν τήρησαν την εντολή της αργίας του Σαββάτου οι Εβραίοι, όπως και της αγραναπαύσεως κάθε επτά χρόνια, μετά από τον Νόμο που πήραν, τον 16ο αιώνα π.Χ., ο Θεός επιτρέπει να οδηγηθούν οι Εβραίοι του νοτίου βασιλείου αιχμάλωτοι στην Βαβυλώνα· εκεί είναι γνωστό ότι έμειναν εβδομήντα χρόνια. Ο Θεός εξηγεί: «Είναι τα χρόνια, που τα μάζεψα, όσο δουλεύατε τις αργίες και δεν τηρούσατε τις αγραναπαύσεις και τα λοιπά· όλα αυτά μαζεύονται εβδομήντα χρόνια. Εβδομήντα χρόνια θα καθήσετε στην αιχμαλωσία. Οπότε τα χωράφια σας θα δεχθούν την αγρανάπαυση, την ανάπαυση, όσο εσείς, χωρίς να λογαριάζετε την εντολή μου, τα καλλιεργούσατε». Είναι εκπληκτικό. Είναι πραγματικά εκπληκτικό, αν το σκεφθεί κανείς.

Λέμε στην κυριακή προσευχή: «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν», και άφησε τα χρέη μας, τις οφειλές μας. Ερμηνεύει ο Ζηιγαβηνός: «ὀφείλημα γὰρ καὶ τὸ ἁμάρτημα, ὡς καὶ αὐτὸ ποιοῦν ὑπεύθυνον τὸν ἄνθρωπον, ὥσπερ καὶ τὸ χρέος». Δηλαδή: χρέος είναι και το αμάρτημα, που καθιστά υπεύθυνο τον άνθρωπο, όπως ακριβώς και το χρέος. Όλες οι παραβάσεις του καθήκοντος προς τον Θεό, αγαπητοί μου, είναι χρέη προς τον Θεό.

Θέλετε να δείτε το θέμα θεολογικότερα και βαθύτερα; Ο Θεός μας έδωσε κάτι να διαχειριστούμε, ένα κεφάλαιο· και τώρα του οφείλουμε όχι μόνο να επιστρέψουμε το κεφάλαιο, αλλά και τον τόκο του. Δανείστηκα την φράση από άλλη παραβολή του Κυρίου, την παραβολή των ταλάντων ή των δραχμών. Τι ακριβώς είναι στην πραγματικότητα; Ο Θεός μας δάνεισε το κατ’ εικόνα και μας ζητάει το καθ’ ομοίωσιν. Εάν λοιπόν το κατ’ εικόνα είναι τόσο βαρύ, μύρια τάλαντα, ένα υπέρογκο ποσό, δείχνει τι μας έδωσε ο Κύριος αλλά και τι ζητά. Θα το επαναλάβω: μας έδωσε το κατ’ εικόνα και ζητά το καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή μας έδωσε τη δυνατότητα του αγιασμού και ζητάει την τελειότητα και τον αγιασμό.

Όταν μιλάμε όμως για καθήκον προς τον Θεό, αυτό είναι μιας δευτέρας ποιότητος αρετή προς τον Θεό. Το ακούσατε καλά; Δευτέρας ποιότητος είναι η επιτέλεση του καθήκοντος. Η πρώτης ποιότητος αρετή ως κίνητρο έχει την αγάπη. Αφού όμως η αγάπη του Θεού μέσα μας πάγωσε, κρύωσε, τότε κάθε σχέση μας με τον Θεό έγινε καθήκον, έγινε χρέος· δηλαδή ξεκίνησε από την αγάπη, και έγινε χρέος, ξέπεσε. Έστω όμως, και σαν χρέος να το πάρουμε, οφείλουμε να το αποδώσουμε, γιατί ανήκει στον Θεό. Ακούω να λένε: «Έχω χρέος να γηροκομήσω τους γονείς μου». Μα αυτό δεν είναι θέμα χρέους· είναι θέμα αγάπης. Από χρέος θα γηροκομήσουμε τους γονείς μας, ή από αγάπη προς αυτούς;… Εάντ ο πάρουμε ως χρέος, είναι δευτέρας ποιότητος αρετή· εάν το πάρουμε ως αγάπη, είναι πρώτης ποιότητος αρετή. Και το συναντάμε αυτό, όταν βλέπουμε ανθρώπους να λένε: «Εμένα δεν μου έγραψες το χωράφι εκείνο που έχεις. Γράψε μου το χωράφι, κι εγώ θα σε πάρω στο σπίτι μου, μάνα μου, πατέρα μου». Κατάντημα!... Για το χωράφι θα πάρεις τη μάνα σου και τον πατέρα σου να τους γηροκομήσεις, και όχι γιατί τους αγαπάς;…

Όταν από την αγάπη ξεπέφτουμε στο χρέος, όπως είδατε, σίγουρα πέφτουμε σε μία δεύτερης ποιότητος αρετή. Εν τούτοις ο Θεός το δέχεται και αυτό, δηλαδή δέχεται αυτή τη μίνιμουμ προσφορά, την ελάχιστη προσφορά. Μα αν και το καθήκον δεν εκπληρωθεί, αυτό το ελάχιστο δηλαδή που είπαμε ότι είναι δευτέρας ποιότητος, τότε δεν καθιστά τον άνθρωπο χρεοφειλέτη έναντι του Θεού;

Αυτή είναι η έννοια του χρεοφειλέτου, αγαπητοί μου, όπως μας την παρουσιάζει η παραβολή.

Και το χρέος, λέει η παραβολή, ανερχόταν στο ποσόν των μυρίων χρυσών ταλάντων. Για να πάρουμε μία ιδέα αυτού του ποσού, αρκεί να σας αναφέρω ότι η Γαλιλαία και η Περαία, δύο ολόκληρες επαρχίες, στην εποχή του Χριστού, πλήρωναν ετήσιο φόρο στον Αντίπα διακόσια τάλαντα. Εδώ όμως έχουμε μύρια τάλαντα, δηλαδή δέκα χιλιάδες χρυσά τάλαντα. Και το ένα τάλαντο, με τη σημερινή αξία, την πραγματική, ως χρυσός, όχι την αρχαιολογική, το ένα τάλαντο ισοδυναμεί με διακόσιες σαράντα χρυσές λίρες Αγγλίες· συνεπώς δέκα χιλιάδες τάλαντα είναι ισοδύναμα με δύο εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες (2.400.000) χρυσές λίρες! Όχι χαρτονομίσματα· χρυσές λίρες!

Η παραβολή θέλει να δείξει το χρέος των αμαρτιών μας έναντι του Θεού. Και αν θέλετε, θέλει να δείξει, όπως σας είπα, θεολογικά, πόσο μεγάλο πράγμα είναι το κατ’ εικόνα που μας έδωσε ο Θεός, αλλά και τι πρέπει να αποδώσουμε ως προς το καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή να ομοιάσουμε του Θεού, αφού μας δίνει την δυνατότητα προς τούτο.

Αλλά, θα μου πείτε, είναι οι αμαρτίες μας τόσο πολλές; Ναι, πάρα πολλές. Είναι οι αμαρτίες των λογισμών, οι αμαρτίες των λόγων, οι αμαρτίες των πράξεων… κι αυτές κάθε στιγμή, κάθε ώρα, κάθε ημέρα, κάθε χρόνο, για μια ολόκληρη ζωή! Τι μαζεύεται!... Και μόνη μία αμαρτία, είναι βαρύτατη έναντι του Θεού.

Αν και δεν έχω χρόνο, θα σας δείξω πόσο βαρειά είναι η αμαρτία, λίγο σύντομα, μ’ ένα παράδειγμα που κι άλλες φορές σας το έχω πει. Αν κάποιο παιδάκι ενοχλεί, μπορώ να θυμώσω και να του δώσω ένα χαστούκι. Αυτό βάζει τα κλάματα, και τίποτε άλλο· η πράξη μου δεν θα έχει παρακάτω συνέπειες. Αν ένας από σας κύριος ενοχλεί, μπορώ να θυμώσω, να σηκωθώ και να του δώσω πάλι ένα χαστούκι. Αυτό όμως θα έχει κάποιες συνέπειες, αναμφισβήτητα. Αν πάω, παρακαλώ, στον Πρωθυπουργό ή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και του δώσω ένα χαστούκι, το πράγμα διαφέρει· η πράξη μου θα έχει σοβαρές συνέπειες. Άρα οι συνέπειες της πράξεώς μου εξαρτώνται από την αξία του κάθε ανθρώπου, από το αξίωμά του. Εάν τώρα δώσω ένα χαστούκι στον Θεό, δηλαδή αμαρτήσω, τότε ποια είναι η αμαρτία μου απέναντί Του και ποιες οι συνέπειές της; Άπειρος ο Θεός, άπειρη και η αμαρτία, γι’ αυτό και αιώνια η Κόλαση. Λένε μερικοί: «Μα, μια στιγμή αμάρτησα· αιώνια θα τιμωρούμαι; Είναι δικαιοσύνη αυτή του Θεού;». Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ναι, αλλά δεν λογάριασες όμως ότι η αμαρτία σου είναι άπειρη μπροστά στον άπειρο Θεό».

Αλλά δεν είναι μόνο το χρέος της αμαρτίας, αγαπητοί μου, ως παραβάτες του θελήματος του Θεού· πρέπει να έχουμε και την αίσθηση του χρεώστου, του οφειλέτου, για κάθε τι. Είμαι χρεώστης. Είναι πολύ σπουδαίο αυτό, ξέρετε. Αν εγώ σας πω ότι είμαι χρεώστης απέναντί σας, τι θα λέγατε; Καμιά φορά, ας πούμε, μας φέρνετε ένα καρπούζι. Λέω στον μοναχό που είναι στην κουζίνα: «Δεν μου λες· ήταν υποχρεωμένος αυτός να μας φέρει το καρπούζι;». «Όχι» μου λέει. «Είδες;… Όχι!» Δηλαδή; Δηλαδή εμείς είμαστε χρεώστες, σ’ εσάς, σ’ όλη την οικουμένη, σ’ όλη την κτίση. Εμείς είμαστε χρεώστες. Εάν ο καθένας έτσι μιλά, τότε είναι πολύ σπουδαίο αυτό. Όταν σου δώσει ή ο Θεός ή ο άνθρωπος κάτι, εφόσον δεν είναι υποχρεωμένος κανείς να σου δώσει, τότε θα πρέπει να αισθανθείς μεγάλη την ευγνωμοσύνη, μεγάλη την ευεργεσία. Μην πεις ότι οι γονείς σου σε γέννησαν, σ’ έφεραν στον κόσμο, και είναι υποχρεωμένοι να σου δώσουν περιουσία. Εσύ είσαι υποχρεωμένος απέναντι στους γονείς σου, και όχι αυτοί σ’ εσένα. Έτσι πρέπει να αισθανόμαστε, ότι εμείς έχουμε το χρέος.

Μήπως αυθαιρετώ λέγοντας αυτά; Όχι. Να τι λέει ο Κύριος: «Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν δοῦλον ἔχων ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ὃς εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ἀγροῦ ἐρεῖ, εὐθέως παρελθὼν ἀνάπεσε,ἀλλ᾿ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ περιζωσάμενος διακόνει μοι ἕως φάγω καὶ πίω, καὶ μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ πίεσαι σύ;». ποιος, λέει, από σας έχει έναν δούλο που τον στέλνει στα χωράφια να οργώσει και κάνει δουλειές, όταν γυρίσει τον περιποιείται τον δούλο; Κανένας. Αλλά τι του λέει; Ετοίμασέ μου, βάλε την ποδιά σου, περίζωσε, ετοίμασέ μου να φάω και να πιω, εγώ το αφεντικό σου, και μετά από μένα θα φας και θα πιεις. «Μὴ χάριν ἔχει τῷ δούλῳ ἐκείνῳ ὅτι ἐποίησε τὰ διαταχθέντα;». Μήπως, λέει, το αφεντικό οφείλει χάρη στον δούλο εκείνον που εκπλήρωσε ό,τι του είχε παραγγείλει και διατάξει; «Οὐ δοκῶ», λέει ο Κύριος, δεν νομίζω. «Οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν»2. Κι εσείς, όταν τηρείτε τις εντολές, μην πείτε ότι ο Θεός σας χρωστά.

Ξέρετε, αγαπητοί μου, ότι ζούμε αυτό το κλίμα, αυτό το πνεύμα; Ξέρετε ότι οι περισσότεροι από τους χριστιανούς μας ζουν αυτό το κλίμα; Ποιο; Θα πάω να ανάψω ένα κεράκι, και θα υποχρεώνω τον Θεό να μου δώσει εκείνο που θέλω. Κάνω ένα τάμα, και υποχρεώνω τον Θεό να μου δώσει εκείνο που του ζήτησα. Όχι, λέει ο Κύριος, αλλά θα λες: «είμαστε αχρείοι δούλοι, κι εκείνο το οποίο οφείλαμε να κάνουμε το κάναμε».

Ώστε λοιπόν χρεώστες. Είναι μια ψυχολογία πολύ σπουδαία. Αν σταθούμε πάντοτε ως χρεώστες απέναντι στον Θεό, είναι μεγάλο πράγμα· πολύ μεγάλο πράγμα. Ναι, είμαστε δούλοι του Χριστού, και είμαστε χρεώστες. Ξέρετε γιατί; Όπως λέγει ο απόστολος Παύλος, «ἠγοράσθημεν γὰρ τιμῆς»3, γιατί αγοραστήκαμε κατόπιν αντιτίμου. Ποιο είναι το αντίτιμο; Η θυσία του Χριστού πάνω στον σταυρό. Ήμασταν δούλοι του Διαβόλου· αλλά ο Χριστός κατήργησε τον Διάβολο. Και το ρήμα καταργώ δεν θα πει τον εξαφανίζω· θα πει τον θέτω εκτός ενεργείας. Το καταργώ αυτό θα πει εδώ· ετυμολογήστε την λέξη, και θα το βρείτε. Και ο Χριστός μας εξαγοράζει στον σταυρό Του, και τώρα γινόμαστε δούλοι του Χριστού. Θυμάστε εκείνο το τροπάριο που λέει «Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου αἵματι…»4 και τα λοιπά; Και όπως γράφει στους Κολασσαείς ο Απόστολος, «χαρισάμενος ἡμῖν πάντα τὰ παραπτώματα, ἐξαλείψας τὸ καθ’ ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν, καὶ αὐτὸ ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου, προσηλώσαν αὐτὸ τῷ σταυρῷ»5. Δηλαδή μας συγχώρησε όλες τις αμαρτίες μας, αφού μας ακύρωσε το εις βάρος μας χειρόγραφον, που είχε γίνει από τις διατάξεις του Νόμου. Ποιο είναι αυτό το χειρόγραφον; Είναι η συναλλαγματική, να το πω έτσι με μια σύγχρονη έκφραση. Υπογράφεις μια συναλλαγματική ότι οφείλεις στον τάδε χρόνο να πληρώσεις το τάδε ποσό· αυτό είναι το χειρόγραφον. Και αυτό το συμβόλαιο των χρεών μας και των οφειλών μας το κάρφωσε επάνω στον σταυρό Του ο Χριστός, πλήρωσε για μας6!

Τώρα όμως η δουλειά μας στον Χριστό ουσιαστικά είναι ελευθερία, όπως το είδαμε να το λέει εδώ ο απόστολος Παύλος7. Μας ελευθερώνει. Τώρα πλέον είμαστε χρεώστες, χρεοφειλέτες της αγάπης του Χριστού. Χρεοφειλέτες της αγάπης Του! Ο Παύλος ονομάζει τον εαυτό του δούλο Χριστού8. Γιατί; Γιατί αισθάνεται το μεγάλο χρέος έναντι της αγάπης του Χριστού, που τον απήλλαξε από τη δουλεία του Νόμου. Λυπάμαι που δεν έχω πιο πολύ χρόνο, να σας τα κάνω αυτά πιο λιανά.

Πράγματι είμαστε χρεώστες, χρεοφειλέτες της αγάπης του Χριστού. Όταν γνωρίζουμε τι εργάστηκε η αγάπη του Θεού σ’ εμάς, τότε ἐν ἐλευθερίᾳ βέβαια γινόμαστε χρεοφειλέτες της αγάπης Του. Ο Παύλος ελευθερώθηκε, αλλά και σκλαβώθηκε. Σε τι σκλαβώθηκε; Όπως ξέρετε, ο Παύλος δεν ήταν μισθωτός· δεν έγινε Απόστολος γιατί έπαιρνε χρήματα. Ο Παύλος εκφράζει την αγάπη του στον Χριστό, και την εκφράζει με την δούλωσή του σ’ Αυτόν. Πώς; Όταν ο Κύριος ρώτησε τον απόστολο Πέτρο «Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλείων τούτων;», δηλαδή Σίμων Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο από όλους αυτούς, τους μαθητές μου; Ο Σίμων είπε καταφατικά: «Σε αγαπώ, Κύριε». Και ο Κύριος του απαντά: «ποίμαινε τὰ πρόβατά μου»· αν μ’ αγαπάς, τότε ποίμαινε τα πρόβατά μου, δηλαδή να ασκείς το ποιμαντικό έργο της σωτηρίας των ανθρώπων9.

Και ο Παύλος το ίδιο. Ο Παύλος καλείται από τον Χριστό, ελευθερώνεται από τη δουλεία του Νόμου, και τότε αγαπά. Κι επειδή αγαπά, στρέφεται στην διακονία του Ευαγγελίου για τη σωτηρία των ανθρώπων. Και θα τον ακούσουμε να γράφει στην Προς Ρωμαίους«Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις, ὀφειλέτης εἰμί»· στους Έλληνες, που είναι πολιτισμένοι, και στους βαρβάρους, που είναι απολίτιστοι, στους σοφούς και στους μη σοφούς, είμαι χρεώστης. Τι χρεώστης; Να κηρύξω το Ευαγγέλιο. Και ξέρετε γιατί είμαι χρεώστης; Γιατί ο Κύριος με εξαγόρασε από τη δουλεία του Νόμου. Του χρεωστώ λοιπόν ευγνωμοσύνη, του χρεωστώ αγάπη· γι’ αυτό είμαι χρεοφειλέτης. Και αυτή η οφειλή -προσέξτε- δεν είναι καθηκοντολογική, δεν είναι χρέος, αλλά καρπός της αγάπης.

Έτσι έχουμε και μιας δευτέρας μορφής οφειλή· είναι η οφειλή της αγάπης. Όχι των χρεών των αμαρτιών, αλλά η οφειλή της αγάπης, που μας ελευθερώνει από την οφειλή του καθήκοντος, αλλά και του χρέους εκ των αμαρτιών. Με αυτό το πνεύμα ακούμε τον Κύριο και τους Αποστόλους να μας λένε: «Εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας»10. Εάν, λέει, εγώ ο Κύριος, ο Διδάσκαλος, ένιψα τα πόδια σας, κι εσείς -είδατε;- οφείλετε μεταξύ σας να νίπτετε τα πόδια, δηλαδή ο ένας να υπηρετεί τον άλλο.

«Ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ δυνατοί, λέει ο Απόστολος Παύλος, τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν»11. Εμείς οι δυνατοί οφείλουμε να κρατάμε τις αδυναμίες των αδυνάτων. Ακόμη θα πει ο Παύλος: «ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα»12. Αλλά, σ’ αυτή την παραγγελία του Παύλου, θα ήθελα να ρωτήσω το εξής: Αγαπάς τη γυναίκα σου, ω άνδρα, επειδή σου λέει ο Κύριος να την αγαπάς, ή γιατί την αγαπάς; Δηλαδή επειδή έχεις χρέος να την αγαπάς, ή γιατί πραγματικά την αγαπάς; Αν την αγαπάς από ένα χρέος, τότε είναι δευτέρας ποιότητος· αν όμως την αγαπάς από πραγματική αγάπη, τότε είναι πρώτης ποιότητος αρετή, πρώτης ποιότητος αγάπη.

Επίσης θα πει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ἐκεῖνος -ὁ Κύριος- ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε· καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι»13. Εκείνος, λέει, για μας έδωσε τη ζωή Του· έτσι κι εμείς οφείλουμε για τους αδελφούς να θέσουμε τις ζωές μας. Και η οφειλή αυτή, θα το επαναλάβω άλλη μία φορά, δεν είναι καθήκον, αλλά αγάπη.

Σεβασμιώτατε και αγαπητοί μου αδελφοί, η παραβολή του Κυρίου μας εμφάνισε έναν δούλο οφειλέτη μυρίων ταλάντων, δηλαδή έναν πολύ αμαρτωλό, εφόσον οι αμαρτίες μας είναι χρέη και οφειλές στον Θεό. Όμως ποτέ μη βρεθούμε τέτοιοι οφειλέτες. Αν αμαρτάνουμε, να σπεύδουμε να ζητούμε συγγνώμη και συγχώρεση από τον Κύριο, αφού είναι αγαθός και ελεήμων και συγχωρητικός· αυτό άλλωστε είναι η διήκουσα γραμμή της παραβολής του χρεοφειλέτου δούλου, η έννοιά της. Το ίδιο και με τους αδελφούς· να ζητάμε απ’ αυτούς συγχώρεση, αλλά και εύκολα να τους συγχωρούμε όταν μας φταίνε. Τέτοιες οφειλές γρήγορα πρέπει να εξοφλούνται.

Μένει όμως μία οφειλή· η οφειλή της αγάπης προς τον Θεό και η οφειλή της αγάπης προς τον άλλο άνθρωπο. Κι η οφειλή αυτή οφείλει να αυξάνεται. Και θα αυξάνεται με τη βαθύτερη και όλο βαθύτερη επίγνωση του τι μας έδωσε ο Θεός. Η ενανθρώπηση, ο σταυρός, οι διαρκείς ευεργεσίες, υλικές και πνευματικές, η υιοθεσία, η αιώνια μακαριότητα, είναι εκείνα που όσο τα κατανοούμε, τόσο περισσότερο μεγαλώνει μέσα μας η αίσθηση της οφειλής. Όλα αυτά να βαθαίνουν μέσα μας και να αισθανόμαστε τι οφείλουμε στον Θεό. Το ίδιο και στους ανθρώπους πρέπει να κάνουμε, με την οφειλή της αγάπης. Γι’ αυτό και ο μέγας Παύλος έγραφε στους Ρωμαίους, κλείνοντας με τούτο τον λόγο μας: «μηδενὶ μηδὲν  ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους»14, δηλαδή: σε κανέναν τίποτα να μη χρωστάτε, παρά μόνο το να αγαπάτε ο ένας τον άλλο, που είναι το χρέος της αγάπης!